εξαντλώ  Verb  [eksantlo, eksantlw]

Ähnliche Bedeutung wie εξαντλώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze zermürben

... Die Mazeration bzw. das Mazerieren (von lateinisch macerare zermürben, mürbe machen, quälen) ist ein physikalisches Verfahren, bei dem ein Ausgangsstoff ...

... Boxer, der permanent den Jab einsetzt („Jabber“), kann seine Gegner damit zermürben. Bedeutsam ist der Schlag auch zur Vorbereitung eines weiteren (harten) ...

... gefährlich eingestufte Personen durch Methoden wie anonyme Diskreditierung zu zermürben.Schließlich ließ man von Kings persönlichem Leben ab und konzentrierte ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
εξαντλήσει
μετοχή (ενεστώτας)
εξαντλώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας εξαντλώ εξαντλείς εξαντλεί εξαντλούμε εξαντλείτε εξαντλούν
παρατατικός εξαντλούσα εξαντλούσες εξαντλούσε εξαντλούσαμε εξαντλούσατε εξαντλούσαν
αόριστος εξάντλησα εξάντλησες εξάντλησε εξαντλήσαμε εξαντλήσατε εξάντλησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα εξαντλώ θα εξαντλείς θα εξαντλεί θα εξαντλούμε θα εξαντλείτε θα εξαντλούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα εξαντλήσω θα εξαντλήσεις θα εξαντλήσει θα εξαντλήσουμε θα εξαντλήσετε θα εξαντλήσουν
παρακείμενος α' έχω εξαντλήσει έχεις εξαντλήσει έχει εξαντλήσει έχουμε εξαντλήσει έχετε εξαντλήσει έχουν εξαντλήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα εξαντλήσει είχες εξαντλήσει είχε εξαντλήσει είχαμε εξαντλήσει είχατε εξαντλήσει είχαν εξαντλήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω εξαντλήσει θα έχεις εξαντλήσει θα έχει εξαντλήσει θα έχουμε εξαντλήσει θα έχετε εξαντλήσει θα έχουν εξαντλήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να εξαντλώ να εξαντλείς να εξαντλεί να εξαντλούμε να εξαντλείτε να εξαντλούν
αόριστος να εξαντλήσω να εξαντλήσεις να εξαντλήσει να εξαντλήσουμε να εξαντλήσετε να εξαντλήσουν
παρακείμενος α' να έχω εξαντλήσει να έχεις εξαντλήσει να έχει εξαντλήσει να έχουμε εξαντλήσει να έχετε εξαντλήσει να έχουν εξαντλήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας εξάντλει εξαντλείτε
αόριστος εξάντλησε εξαντλήστε










Griechische Definition zu εξαντλώ

εξαντλώ [eksandló] -ούμαι : 1.(για σύνολο όμοιων υλικών αντικειμένων, συνήθ. οικονομικών αγαθών) τελειώνω κτ. χρησιμοποιώντας και ιδίως καταναλώνοντάς το: Οι πολιορκημένοι παραδόθηκαν μόνο όταν εξάντλησαν όλα τους τα εφόδια. Εξαντλείται το έδαφος, γίνεται ακατάλληλο για καλλιέργεια. || (συνήθ. παθ.) για προϊόν (συνήθ. βιβλίο ή έντυπο) του οποίου έχουν πουληθεί όλα τα αποθέματα ή τα αντίτυπα και δεν υπάρχει πλέον στην αγορά: Εξαντλήθηκε ένα βιβλίο. H πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε σε μια εβδομάδα και ανατυπώθηκε αμέσως. Εξαντλήθηκαν τα εισιτήρια του ποδοσφαιρικού αγώνα. || Εξαντλήθηκαν τα κοιτάσματα πετρελαίου μιας περιοχής. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξαντλώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15