εξάγω  Verb  [eksago, eksaro, eksagw]

Ähnliche Bedeutung wie εξάγω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εξάγω

... Γουόλλαστον στα κατάλοιπα επεξεργασίας μεταλλευμάτων λευκόχρυσου. Σήμερα εξάγεται μαζί με τα άλλα PGM από κοιτάσματα στη Νότια Αφρική, τη Ρωσία και τη Βόρεια ...

... μέταλλο και βρίσκεται σε κοιτάσματα μαζί με τα άλλα PGM με τα οποία και εξάγεται ως δευτερεύον προϊόν. Είναι το μέταλλο των PGM που ανακαλύφθηκε τελευταίο ...

... μολύβδου, κοβαλτίου και βισμούθιου αλλά σε ποσότητες μικρότερες από 0,1 %. Εξάγεται ως παραπροϊόν της παραγωγής ψευδαργύρου και μολύβδου. Παλιότερα ο Καναδάς ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze extrahieren

... Bitte extrahieren Sie dem Patienten seine Weisheitszähne. ...

Quelle: al_ex_an_der

Grammatik


ΕΞΑΓΩ
I export
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξάγωεξάγουμε, εξάγομεεξάγομαιεξαγόμαστε
εξάγεξεξάγετεεξάγεσαιεξάγεστε, εξαγόσαστε
εξάγειεξάγουν(ε)εξάγεταιεξάγονται
Imper
fekt
εξήγαεξήγαμεεξαγόμουν(α)εξαγόμαστε
εξήγεςεξήγατεεξαγόσουν(α)εξαγόσαστε
εξήγεεξήγανεξαγόταν(ε)εξάγονταν
Aoristεξήγαγαεξηγάγαμε(εξάχθηκα)(εξαχθήκαμε)
εξήγαγεςεξηγάγατε(εξάχθηκες)(εξαχθήκατε)
εξήγαγεεξήγαγαν(εξάχθηκε) εξήχθη(εξάχθηκαν) εξήχθησαν
Per
fect
έχω εξαγάγειέχουμε εξαγάγειέχω εξαχθείέχουμε εξαχθεί
έχεξ εξαγάγειέχετε εξαγάγειέχεξ εξαχθείέχετε εξαχθεί
έχει εξαγάγειέχουν εξαγάγειέχει εξαχθείέχουν εξαχθεί
Plu
per
fect
είχα εξαγάγειείχαμε εξαγάγειείχα εξαχθείείχαμε εξαχθεί
είχες εξαγάγειείχατε εξαγάγειείχες εξαχθείείχατε εξαχθεί
είχε εξαγάγειείχαν εξαγάγειείχε εξαχθείείχαν εξαχθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξάγωθα εξάγουμε, θα εξάγομεθα εξάγομαιθα εξαγόμαστε
θα εξάγεξθα εξάγετεθα εξάγεσαιθα εξάγεστε, θα εξαγόσαστε
θα εξάγειθα εξάγουν(ε)θα εξάγεταιθα εξάγονται
Fut
ur
θα εξηγάγωθα εξηγάγουμε, θα εξηγάγομεθα εξαχθώθα εξαχθούμε
θα εξαγάγεξθα εξηγάγετεθα εξαχθείςθα εξαχθείτε
θα εξαγάγειθα εξηγάγουν(ε)θα εξαχθείθα εξαχθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξαγάγειθα έχουμε εξαγάγειθα έχω εξαχθείθα έχουμε εξαχθεί
θα έχεξ εξαγάγειθα έχετε εξαγάγειθα έχεξ εξαχθείθα έχετε εξαχθεί
θα έχει εξαγάγειθα έχουν εξαγάγειθα έχει εξαχθείθα έχουν εξαχθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξάγωνα εξάγουμε, να εξάγομενα εξάγομαινα εξαγόμαστε
να εξάγεξνα εξάγετενα εξάγεσαινα εξάγεστε, να εξαγόσαστε
να εξάγεινα εξάγουν(ε)να εξάγεταινα εξάγονται
Aoristνα εξηγάγωνα εξηγάγουμε, να εξηγάγομενα εξαχθώνα εξαχθούμε
να εξαγάγεξνα εξηγάγετενα εξαχθείςνα εξαχθείτε
να εξαγάγεινα εξηγάγουν(ε)να εξαχθείνα εξαχθούν(ε)
Perfνα έχω εξαγάγεινα έχουμε εξαγάγεινα έχω εξαχθείνα έχουμε εξαχθεί
να έχεξ εξαγάγεινα έχετε εξαγάγεινα έχεξ εξαχθείνα έχετε εξαχθεί
να έχει εξαγάγεινα έχουν εξαγάγεινα έχει εξαχθείνα έχουν εξαχθεί
Imper
ativ
Presεξάγετεεξάγεστε
Aoristεξαγάγετεεξαχθείτε
Part
izip
Presεξάγοντας(εξαγόμενος)
Perfέχοντας εξαγάγει(εξαγμένος, -η, -ο)(εξαγμένοι, -ες, -α)
InfinAoristεξαγάγειεξαχθεί







Person Wortform
Präsens ich ziehe
du ziehst
er, sie, es zieht
Präteritum ich zog
Konjunktiv II ich zöge
Imperativ Singular ziehe!
zieh!
Plural zieht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gezogen haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:ziehen








Griechische Definition zu εξάγω

εξάγω [eksáγo] -ομαι Ρ πρτ. εξήγα, αόρ. εξήγαγα, απαρέμφ. εξαγάγει, παθ. αόρ. (σπάν.) εξάχθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και εξήχθη, εξήχθησαν, απαρέμφ. εξαχθεί : 1.κάνω εξαγωγή. ANT εισάγω. α. (για εμπόρευμα) διαθέτω στην αγορά του εξωτερικού: H Ελλάδα εξάγει κυρίως γεωργικά προϊόντα. || Φτωχή χώρα που δεν εξάγει τίποτε άλλο εκτός από εργατικά χέρια. β. (για άλλα αγαθά) μεταφέρω σε άλλη χώρα: Επιχείρησε να εξαγάγει παράνομα συνάλλαγμα. Έργα τέχνης που έχουν εξαχθεί παράνομα στο εξωτερικό, τα έχουν μεταφέρει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξάγω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15