ελευθερώνω  Verb  [eleftherono, eleytherwnw]

Ähnliche Bedeutung wie ελευθερώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ελευθερώνω

... Το έργο Ο Περσέας ελευθερώνει την Ανδρομέδα είναι πίνακας του εκκεντρικού Ιταλού ζωγράφου της Αναγέννησης Πιέρο ντι Κόζιμο. Πρόκειται για ελαιογραφία ...

... χημικοί δεσμοί με την προσθήκη νερού. Συνήθως με αυτή τη διαδικασία ελευθερώνονται ιόντα υδρογόνου. Ο νεολατινικός όρος hydrolysis δημιουργήθηκε στο τέλος ...

... → AgC≡CAgΟ Ag αντιδρά με HI σχηματίζοντας σταθερό ιωδο-σύμπλοκο ενώ ελευθερώνεται και αέριο Η2. Με F2 αντιδρά απευθείας σε θερμοκρασία 247 °C σχηματίζοντας ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze entbinden

... Pflicht zur Erbringung seiner Arbeitsleistung dauerhaft oder zeitweise zu entbinden. Eine Freistellung kann als bezahlte oder unbezahlte Freistellung vereinbart ...

... aufeinanderfolgenden Prozessschritten Feedstockproduktion, Spritzgießen, Entbindern Sintern,die schematisch in nebenstehender Abbildung dargestellt sind. ...

... entbindet ein Kind,“ üblich ist allenfalls der intransitive Gebrauch von entbinden im Sinne von „Mutter werden, gebären“, also etwa: „Meine Frau entbindet ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΛΕΥΘΕΡΩΝΩ
I free
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ελευθερώνωελευθερώνουμε, ελευθερώνομεελευθερώνομαιελευθερωνόμαστε
ελευθερώνειςελευθερώνετεελευθερώνεσαιελευθερώνεστε, ελευθερωνόσαστε
ελευθερώνειελευθερώνουν(ε)ελευθερώνεταιελευθερώνονται
Imper
fekt
ελευθέρωναελευθερώναμεελευθερωνόμουν(α)ελευθερωνόμαστε, ελευθερωνόμασταν
ελευθέρωνεςελευθερώνατεελευθερωνόσουν(α)ελευθερωνόσαστε, ελευθερωνόσασταν
ελευθέρωνεελευθέρωναν, ελευθερώναν(ε)ελευθερωνόταν(ε)ελευθερώνονταν, ελευθερωνόντανε, ελευθερωνόντουσαν
Aoristελευθέρωσαελευθερώσαμεελευθερώθηκαελευθερωθήκαμε
ελευθέρωσεςελευθερώσατεελευθερώθηκεςελευθερωθήκατε
ελευθέρωσεελευθέρωσαν, ελευθερώσαν(ε)ελευθερώθηκεελευθερώθηκαν, ελευθερωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ελευθερώσει
έχω ελευθερωμένο
έχουμε ελευθερώσει
έχουμε ελευθερωμένο
έχω ελευθερωθεί
είμαι ελευθερωμένος, -η
έχουμε ελευθερωθεί
είμαστε ελευθερωμένοι, -ες
έχεις ελευθερώσει
έχεις ελευθερωμένο
έχετε ελευθερώσει
έχετε ελευθερωμένο
έχεις ελευθερωθεί
είσαι ελευθερωμένος, -η
έχετε ελευθερωθεί
είστε ελευθερωμένοι, -ες
έχει ελευθερώσει
έχει ελευθερωμένο
έχουν ελευθερώσει
έχουν ελευθερωμένο
έχει ελευθερωθεί
είναι ελευθερωμένος, -η, -ο
έχουν ελευθερωθεί
είναι ελευθερωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ελευθερώσει
είχα ελευθερωμένο
είχαμε ελευθερώσει
είχαμε ελευθερωμένο
είχα ελευθερωθεί
ήμουν ελευθερωμένος, -η
είχαμε ελευθερωθεί
ήμαστε ελευθερωμένοι, -ες
είχες ελευθερώσει
είχες ελευθερωμένο
είχατε ελευθερώσει
είχατε ελευθερωμένο
είχες ελευθερωθεί
ήσουν ελευθερωμένος, -η
είχατε ελευθερωθεί
ήσαστε ελευθερωμένοι, -ες
είχε ελευθερώσει
είχε ελευθερωμένο
είχαν ελευθερώσει
είχαν ελευθερωμένο
είχε ελευθερωθεί
ήταν ελευθερωμένος, -η, -ο
είχαν ελευθερωθεί
ήταν ελευθερωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ελευθερώνωθα ελευθερώνουμε, θα ελευθερώνομεθα ελευθερώνομαιθα ελευθερωνόμαστε
θα ελευθερώνειςθα ελευθερώνετεθα ελευθερώνεσαιθα ελευθερώνεστε, θα ελευθερωνόσαστε
θα ελευθερώνειθα ελευθερώνουν(ε)θα ελευθερώνεταιθα ελευθερώνονται
Fut
ur
θα ελευθερώσωθα ελευθερώσουμε, θα ελευθερώσομεθα ελευθερωθώθα ελευθερωθούμε
θα ελευθερώσειςθα ελευθερώσετεθα ελευθερωθείςθα ελευθερωθείτε
θα ελευθερώσειθα ελευθερώσουνθα ελευθερωθείθα ελευθερωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ελευθερώσει
θα έχω ελευθερωμένο
θα έχουμε ελευθερώσει
θα έχουμε ελευθερωμένο
θα έχω ελευθερωθεί
θα είμαι ελευθερωμένος, -η
θα έχουμε ελευθερωθεί
θα είμαστε ελευθερωμένοι, -ες
θα έχεις ελευθερώσει
θα έχεις ελευθερωμένο
θα έχετε ελευθερώσει
θα έχετε ελευθερωμένο
θα έχεις ελευθερωθεί
θα είσαι ελευθερωμένος, -η
θα έχετε ελευθερωθεί
θα είστε ελευθερωμένοι, -ες
θα έχει ελευθερώσει
θα έχει ελευθερωμένο
θα έχουν ελευθερώσει
θα έχουν ελευθερωμένο
θα έχει ελευθερωθεί
θα είναι ελευθερωμένος, -η, -ο
θα έχουν ελευθερωθεί
θα είναι ελευθερωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ελευθερώνωνα ελευθερώνουμε, να ελευθερώνομενα ελευθερώνομαινα ελευθερωνόμαστε
να ελευθερώνειςνα ελευθερώνετενα ελευθερώνεσαινα ελευθερώνεστε, να ελευθερωνόσαστε
να ελευθερώνεινα ελευθερώνουν(ε)να ελευθερώνεταινα ελευθερώνονται
Aoristνα ελευθερώσωνα ελευθερώσουμε, να ελευθερώσομενα ελευθερωθώνα ελευθερωθούμε
να ελευθερώσειςνα ελευθερώσετενα ελευθερωθείςνα ελευθερωθείτε
να ελευθερώσεινα ελευθερώσουν(ε)να ελευθερωθείνα ελευθερωθούν(ε)
Perfνα έχω ελευθερώσει
να έχω ελευθερωμένο
να έχουμε ελευθερώσει
να έχουμε ελευθερωμένο
να έχω ελευθερωθεί
να είμαι ελευθερωμένος, -η
να έχουμε ελευθερωθεί
να είμαστε ελευθερωμένοι, -ες
να έχεις ελευθερώσει
να έχεις ελευθερωμένο
να έχετε ελευθερώσει
να έχετε ελευθερωμένο
να έχεις ελευθερωθεί
να είσαι ελευθερωμένος, -η
να έχετε ελευθερωθεί
να είστε ελευθερωμένοι, -ες
να έχει ελευθερώσει
να έχει ελευθερωμένο
να έχουν ελευθερώσει
να έχουν ελευθερωμένο
να έχει ελευθερωθεί
να είναι ελευθερωμένος, -η, -ο
να έχουν ελευθερωθεί
να είναι ελευθερωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presελευθέρωνεελευθερώνετεελευθερώνεστε
Aoristελευθέρωσεελευθερώστε, ελευθερώσετεελευθερώσουελευθερωθείτε
Part
izip
Presελευθερώνοντας
Perfέχοντας ελευθερώσει, έχοντας ελευθερωμένοελευθερωμένος, -η, -οελευθερωμένοι, -ες, -α
InfinAoristελευθερώσειελευθερωθεί










Griechische Definition zu ελευθερώνω

ελευθερώνω [elefθeróno] -ομαι : 1.κάνω κπ. από δούλο ελεύθερο, του δίνω ελευθερία· απελευθερώνω: ελευθερώνω σκλάβο / δούλο. Ελευθέρωσαν την πατρίδα του από το ζυγό της δουλείας. || αφήνω δεσμώτη ή κρατούμενο ελεύθερο: Ελευθέρωσαν τους ομήρους. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ελευθερώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15