ελέγχω  Verb  [elegcho, elercho, elegxw]

Ähnliche Bedeutung wie ελέγχω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ελέγχω

... Το φύλλο ελέγχου ή άλλως το δελτίο ελέγχου ή η κατάσταση ελέγχου (check sheet), είναι η έντυπη μορφή που χρησιμοποιείται για τη συλλογή δεδομένων σε πραγματικό ...

... Ο έλεγχος είναι η ενέργεια του ελέγχω. Ο σχολικός έλεγχος είναι το έγγραφο στο οποίο αναγράφεται η βαθμολογία του κάθε μαθητή και δίνεται στον κηδεμόνα ...

... Η θεωρία ελέγχου είναι διεπιστημονικός κλάδος της μηχανικής και των μαθηματικών, ο οποίος ασχολείται με την συμπεριφορά των δυναμικών συστημάτων και έχει ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΛΕΓΧΩ
I control
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ελέγχωελέγχουμε, ελέγχομεελέγχομαιελεγχόμαστε
ελέγχειςελέγχετεελέγχεσαιελέγχεστε, ελεγχόσαστε
ελέγχειελέγχουν(ε)ελέγχεταιελέγχονται
Imper
fekt
έλεγχαελέγχαμεελεγχόμουν(α)ελεγχόμαστε, ελεγχόμασταν
έλεγχεςελέγχατεελεγχόσουν(α)ελεγχόσαστε, ελεγχόσασταν
έλεγχεέλεγχαν, ελέγχαν(ε)ελεγχόταν(ε)ελέγχονταν, ελεγχόντανε, ελεγχόντουσαν
Aoristέλεγξαελέγξαμεελέγχθηκα, ελέγχτηκαελεγχθήκαμε, ελεγχτήκαμε
έλεγξεςελέγξατεελέγχθηκες, ελέγχτηκεςελεγχθήκατε, ελεγχτήκατε
έλεγξεέλεγξαν, ελέγξαν(ε)ελέγχθηκε, ελέγχτηκεελέγχθηκαν/ελέγχτηκαν, ελεγχθήκαν(ε)/ελεγχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ελέγξει
έχω ελεγμένο
έχουμε ελέγξει
έχουμε ελεγμένο
έχω ελεγχθεί
έχω ελεγχτεί
είμαι ελεγμένος, -η
έχουμε ελεγχθεί
έχουμε ελεγχτεί
είμαστε ελεγμένοι, -ες
έχεις ελέγξει
έχεις ελεγμένο
έχετε ελέγξει
έχετε ελεγμένο
έχεις ελεγχθεί
έχεις ελεγχτεί
είσαι ελεγμένος, -η
έχετε ελεγχθεί
έχετε ελεγχτεί
είστε ελεγμένοι, -ες
έχει ελέγξει
έχει ελεγμένο
έχουν ελέγξει
έχουν ελεγμένο
έχει ελεγχθεί
έχει ελεγχτεί
είναι ελεγμένος, -η, -ο
έχουν ελεγχθεί
έχουν ελεγχτεί
είναι ελεγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ελέγξει
είχα ελεγμένο
είχαμε ελέγξει
είχαμε ελεγμένο
είχα ελεγχθεί
είχα ελεγχτεί
ήμουν ελεγμένος, -η
είχαμε ελεγχθεί
είχαμε ελεγχτεί
ήμαστε ελεγμένοι, -ες
είχες ελέγξει
είχες ελεγμένο
είχατε ελέγξει
είχατε ελεγμένο
είχες ελεγχθεί
είχες ελεγχτεί
ήσουν ελεγμένος, -η
είχατε ελεγχθεί
είχατε ελεγχτεί
ήσαστε ελεγμένοι, -ες
είχε ελέγξει
είχε ελεγμένο
είχαν ελέγξει
είχαν ελεγμένο
είχε ελεγχθεί
είχε ελεγχτεί
ήταν ελεγμένος, -η, -ο
είχαν ελεγχθεί
είχαν ελεγχτεί
ήταν ελεγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ελέγχωθα ελέγχουμε, θα ελέγχομεθα ελέγχομαιθα ελεγχόμαστε
θα ελέγχειςθα ελέγχετεθα ελέγχεσαιθα ελέγχεστε, θα ελεγχόσαστε
θα ελέγχειθα ελέγχουν(ε)θα ελέγχεταιθα ελέγχονται
Fut
ur
θα ελέγξωθα ελέγξουμε, θα ελέγξομεθα ελεγχθώ, θα ελεγχτώθα ελεγχθούμε, θα ελεγχτούμε
θα ελέγξειςθα ελέγξετεθα ελεγχθείς, θα ελεγχτείςθα ελεγχθείτε, θα ελεγχτείτε
θα ελέγξειθα ελέγξουν(ε)θα ελεγχθεί, θα ελεγχτείθα ελεγχθούν(ε), θα ελεγχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ελέγξει
θα έχω ελεγμένο
θα έχουμε ελέγξει
θα έχουμε ελεγμένο
θα έχω ελεγχθεί
θα έχω ελεγχτεί
θα είμαι ελεγμένος, -η
θα έχουμε ελεγχθεί
θα έχουμε ελεγχτεί
θα είμαστε ελεγμένοι, -ες
θα έχεις ελέγξει
θα έχεις ελεγμένο
θα έχετε ελέγξει
θα έχετε ελεγμένο
θα έχεις ελεγχθεί
θα έχεις ελεγχτεί
θα είσαι ελεγμένος, -η
θα έχετε ελεγχθεί
θα έχετε ελεγχτεί
θα είστε ελεγμένοι, -ες
θα έχει ελέγξει
θα έχει ελεγμένο
θα έχουν ελέγξει
θα έχουν ελεγμένο
θα έχει ελεγχθεί
θα έχει ελεγχτεί
θα είναι ελεγμένος, -η, -ο
θα έχουν ελεγχθεί
θα έχουν ελεγχτεί
θα είναι ελεγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ελέγχωνα ελέγχουμε, να ελέγχομενα ελέγχομαινα ελεγχόμαστε
να ελέγχειςνα ελέγχετενα ελέγχεσαινα ελέγχεστε, να ελεγχόσαστε
να ελέγχεινα ελέγχουν(ε)να ελέγχεταινα ελέγχονται
Aoristνα ελέγξωνα ελέγξουμε, να ελέγξομενα ελεγχθώ, να ελεγχτώνα ελεγχθούμε, να ελεγχτούμε
να ελέγξειςνα ελέγξετενα ελεγχθείς, να ελεγχτείςνα ελεγχθείτε, να ελεγχτείτε
να ελέγξεινα ελέγξουν(ε)να ελεγχθεί, να ελεγχτείνα ελεγχθούν(ε), να ελεγχτούν(ε)
Perfνα έχω ελέγξει
να έχω ελεγμένο
να έχουμε ελέγξει
να έχουμε ελεγμένο
να έχω ελεγχθεί
να έχω ελεγχτεί
να είμαι ελεγμένος, -η
να έχουμε ελεγχθεί
να έχουμε ελεγχτεί
να είμαστε ελεγμένοι, -ες
να έχεις ελέγξει
να έχεις ελεγμένο
να έχετε ελέγξει
να έχετε ελεγμένο
να έχεις ελεγχθεί
να έχεις ελεγχτεί
να είσαι ελεγμένος, -η
να έχετε ελεγχθεί
να έχετε ελεγχτεί
να είστε ελεγμένοι, -ες
να έχει ελέγξει
να έχει ελεγμένο
να έχουν ελέγξει
να έχουν ελεγμένο
να έχει ελεγχθεί
να έχει ελεγχτεί
να είναι ελεγμένος, -η, -ο
να έχουν ελεγχθεί
να έχουν ελεγχτεί
να είναι ελεγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presέλεγχεελέγχετεελέγχεστε
Aoristέλεγξεελέγξτε, ελέγξετεελέγξουελεγχθείτε, ελεγχτείτε
Part
izip
Presελέγχονταςελεγχόμενος
Perfέχοντας ελέγξει, έχοντας ελεγμένοελεγμένος, -η, -οελεγμένοι, -ες, -α
InfinAoristελέγξειελεγχθεί, ελεγχτεί









QSicon in Arbeit.svg Dieser Eintrag oder Abschnitt bedarf einer Erweiterung. Wenn du Lust hast, beteilige dich daran und entferne diesen Baustein, sobald du den Eintrag ausgebaut hast. Bitte halte dich dabei aber an unsere Formatvorlage!

Folgendes ist zu erweitern: Bedeutungen ergänzen/neue Bedeutungen hinzufügen, siehe zum Beispiel im Duden







Griechische Definition zu ελέγχω

ελέγχω [eléŋxo] -ομαι Ρ αόρ. έλεγξα και (λόγ.) ήλεγξα, απαρέμφ. ελέγξει, παθ. αόρ. ελέγχθηκα, απαρέμφ. ελεγχθεί, μππ. ελεγμένος και ηλεγμένος* : 1α.ερευνώ κτ. για να βεβαιωθώ για την αλήθεια, την ορθότητά του, την αξία του, την ικανότητά του: ελέγχω τα στοιχεία / τα εισιτήρια. ελέγχω ένα συλλογισμό / ένα σχέδιο / μια εργασία. β. εξετάζω και ανασκευάζω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ελέγχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15