beobachten
 Verb

παρακολουθώ Verb
(98)
παρατηρώ Verb
(32)
προσέχω Verb
(23)
κατοπτεύω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Als Ihr Berichterstatter werde ich daher weiter aufmerksam beobachten, wie die Kommission und die Mitgliedstaaten dieses Problem in der nahen Zukunft angehen.Ως εισηγητής, θα παρακολουθώ επομένως με μεγάλη προσοχή πώς θα αντιμετωπίσουν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη το πρόβλημα αυτό στο άμεσο μέλλον.

Übersetzung bestätigt

Ich werde für das Programm stimmen und ich versichere Ihnen, dass ich den Bereich der Gesundheitsfürsorge sehr aufmerksam und sorgfältig beobachten werde.Θα το υπερψηφίσω και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι θα παρακολουθώ με ιδιαίτερη προσοχή και ενδιαφέρον τον τομέα της υγείας.

Übersetzung bestätigt

Ebenso sind für mich die Europäischen Schulen von großem Interesse und ich werde die Entwicklung dort weiterhin sehr genau beobachten.Με ενδιαφέρει επίσης έντονα και εξακολουθώ να παρακολουθώ πολύ προσεκτικά τις εξελίξεις στα ευρωπαϊκά σχολεία.

Übersetzung bestätigt

Ich warte auf die Umsetzung. Ich werde das Ganze sehr genau beobachten.Αναμένω να δω τι θα συμβεί κατά τη διάρκεια της εφαρμογής, και θα παρακολουθώ το θέμα εκ του σύνεγγυς.

Übersetzung bestätigt

Ich werde den Prozess sehr sorgfältig beobachten.Θα παρακολουθώ τη διαδικασία πολύ προσεκτικά.

Übersetzung bestätigt


Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παρατηρώπαρατηρούμεπαρατηρούμαιπαρατηρούμαστε
παρατηρείςπαρατηρείτεπαρατηρείσαιπαρατηρείστε
παρατηρείπαρατηρούν(ε)παρατηρείταιπαρατηρούνται
Imper
fekt
παρατηρούσαπαρατηρούσαμεπαρατηρούμουνπαρατηρούμαστε
παρατηρούσεςπαρατηρούσατε
παρατηρούσεπαρατηρούσαν(ε)παρατηρούνταν, παρατηρείτοπαρατηρούνταν, παρατηρούντο
Aoristπαρατήρησαπαρατηρήσαμεπαρατηρήθηκαπαρατηρηθήκαμε
παρατήρησεςπαρατηρήσατεπαρατηρήθηκεςπαρατηρηθήκατε
παρατήρησεπαρατήρησαν, παρατηρήσαν(ε)παρατηρήθηκεπαρατηρήθηκαν, παρατηρηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω παρατηρήσει
έχω παρατηρημένο
έχουμε παρατηρήσει
έχουμε παρατηρημένο
έχω παρατηρηθεί
είμαι παρατηρημένος, -η
έχουμε παρατηρηθεί
είμαστε παρατηρημένοι, -ες
έχεις παρατηρήσει
έχεις παρατηρημένο
έχετε παρατηρήσει
έχετε παρατηρημένο
έχεις παρατηρηθεί
είσαι παρατηρημένος, -η
έχετε παρατηρηθεί
είστε παρατηρημένοι, -ες
έχει παρατηρήσει
έχει παρατηρημένο
έχουν παρατηρήσει
έχουν παρατηρημένο
έχει παρατηρηθεί
είναι παρατηρημένος, -η, -ο
έχουν παρατηρηθεί
είναι παρατηρημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα παρατηρήσει
είχα παρατηρημένο
είχαμε παρατηρήσει
είχαμε παρατηρημένο
είχα παρατηρηθεί
ήμουν παρατηρημένος, -η
είχαμε παρατηρηθεί
ήμαστε παρατηρημένοι, -ες
είχες παρατηρήσει
είχες παρατηρημένο
είχατε παρατηρήσει
είχατε παρατηρημένο
είχες παρατηρηθεί
ήσουν παρατηρημένος, -η
είχατε παρατηρηθεί
ήσαστε παρατηρημένοι, -ες
είχε παρατηρήσει
είχε παρατηρημένο
είχαν παρατηρήσει
είχαν παρατηρημένο
είχε παρατηρηθεί
ήταν παρατηρημένος, -η, -ο
είχαν παρατηρηθεί
ήταν παρατηρημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παρατηρώθα παρατηρούμεθα παρατηρούμαιθα παρατηρούμαστε
θα παρατηρείςθα παρατηρείτεθα παρατηρείσαιθα παρατηρείστε
θα παρατηρείθα παρατηρούν(ε)θα παρατηρείταιθα παρατηρούνται
Fut
ur
θα παρατηρήσωθα παρατηρήσουμεθα παρατηρηθώθα παρατηρηθούμε
θα παρατηρήσειςθα παρατηρήσετεθα παρατηρηθείςθα παρατηρηθείτε
θα παρατηρήσειθα παρατηρήσουν(ε)θα παρατηρηθείθα παρατηρηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παρατηρήσει
θα έχω παρατηρημένο
θα έχουμε παρατηρήσει
θα έχουμε παρατηρημένο
θα έχω παρατηρηθεί
θα είμαι παρατηρημένος, -η
θα έχουμε παρατηρηθεί
θα είμαστε παρατηρημένοι, -ες
θα έχεις παρατηρήσει
θα έχεις παρατηρημένο
θα έχετε παρατηρήσει
θα έχετε παρατηρημένο
θα έχεις παρατηρηθεί
θα είσαι παρατηρημένος, -η
θα έχετε παρατηρηθεί
θα είστε παρατηρημένοι, -η
θα έχει παρατηρήσει
θα έχει παρατηρημένο
θα έχουν παρατηρήσει
θα έχουν παρατηρημένο
θα έχει παρατηρηθεί
θα είναι παρατηρημένος, -η, -ο
θα έχουν παρατηρηθεί
θα είναι παρατηρημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παρατηρώνα παρατηρούμενα παρατηρούμαινα παρατηρούμαστε
να παρατηρείςνα παρατηρείτενα παρατηρείσαινα παρατηρείστε
να παρατηρείνα παρατηρούν(ε)να παρατηρείταινα παρατηρούνται
Aoristνα παρατηρήσωνα παρατηρήσουμε, να παρατηρήσομενα παρατηρηθώνα παρατηρηθούμε
να παρατηρήσειςνα παρατηρήσετενα παρατηρηθείςνα παρατηρηθείτε
να παρατηρήσεινα παρατηρήσουν(ε)να παρατηρηθείνα παρατηρηθούν(ε)
Perfνα έχω παρατηρήσει
να έχω παρατηρημένο
να έχουμε παρατηρήσει
να έχουμε παρατηρημένο
να έχω παρατηρηθεί
να είμαι παρατηρημένος, -η
να έχουμε παρατηρηθεί
να είμαστε παρατηρημένοι, -ες
να έχεις παρατηρήσει
να έχεις παρατηρημένο
να έχετε παρατηρήσει
να έχετε παρατηρημένο
να έχεις παρατηρηθεί
να είσαι παρατηρημένος, -η
να έχετε παρατηρηθεί
να είστε παρατηρημένοι, -ες
να έχει παρατηρήσει
να έχει παρατηρημένο
να έχουν παρατηρήσει
να έχουν παρατηρημένο
να έχει παρατηρηθεί
να είναι παρατηρημένος, -η, -ο
να έχουν παρατηρηθεί
να είναι παρατηρημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπαρατηρείτεπαρατηρείστε
Aoristπαρατήρησεπαρατηρήστε, παρατηρήσετεπαρατηρήσουπαρατηρηθείτε
Part
izip
Presπαρατηρώντας
Perfέχοντας παρατηρήσει, έχοντας παρατηρημένοπαρατηρημένος, -η, -οπαρατηρημένοι, -ες, -α
InfinAoristπαρατηρήσειπαρατηρηθεί



Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προσέχωπροσέχουμε, προσέχομε
προσέχειςπροσέχετε
προσέχειπροσέχουν(ε)
Imper
fekt
πρόσεχαπροσέχαμε
πρόσεχεςπροσέχατε
πρόσεχεπρόσεχαν, προσέχαν(ε)
Aoristπρόσεξαπροσέξαμε
πρόσεξεςπροσέξατε
πρόσεξεπρόσεξαν, προσέξαν(ε)
Per
fekt
έχω προσέξειέχουμε προσέξει
έχεις προσέξειέχετε προσέξει
έχει προσέξειέχουν προσέξει
Plu
per
fekt
είχα προσέξειείχαμε προσέξει
είχες προσέξειείχατε προσέξει
είχε προσέξειείχαν προσέξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προσέχωθα προσέχουμε, θα προσέχομε
θα προσέχειςθα προσέχετε
θα προσέχειθα προσέχουν(ε)
Fut
ur
θα προσέξωθα προσέξουμε, θα προσέξομε
θα προσέξειςθα προσέξετε
θα προσέξειθα προσέξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προσέξειθα έχουμε προσέξει
θα έχεις προσέξειθα έχετε προσέξει
θα έχει προσέξειθα έχουν προσέξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προσέχωνα προσέχουμε, να προσέχομε
να προσέχειςνα προσέχετε
να προσέχεινα προσέχουν(ε)
Aoristνα προσέξωνα προσέξουμε, να προσέξομε
να προσέξειςνα προσέξετε
να προσέξεινα προσέξουν(ε)
Perfνα έχω προσέξεινα έχουμε προσέξει
να έχεις προσέξεινα έχετε προσέξει
να έχει προσέξεινα έχουν προσέξει
Imper
ativ
Presπρόσεχεπροσέχετε
Aoristπρόσεξεπροσέξτε, προσέξετε
Part
izip
Presπροσέχοντας
Perfέχοντας προσέξει
InfinAoristπροσέξει

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback