παρατηρώ  Verb  [paratiro, parathrw]

Ähnliche Bedeutung wie παρατηρώ


Beispielsätze παρατηρώ

... από στοιχεία όπως As, Se, Pb, Bi, Sb. Σε αλκαλικές συνθήκες μπορεί να παρατηρηθεί καταβύθιση όξινων και βασικών αλάτων καθώς και οξειδίων ή ένυδρων οξειδίων ...

... διάστημα ασχολήθηκε με το ίδιο γενικό πρόβλημα και υπήρξε ο πρώτος που παρατήρησε το θεμελιώδες χαρακτηριστικό των νευρικών ινών, πως οι κυλινδράξονές τους ...

... μικρότερες υποδιαιρέσεις. Φαινόμενα που προοιωνίζονται την εμφάνισή του παρατηρούνται ήδη κατά τη Μεσοελλαδική (ΜΕ) ΙΙΙ και παλιότερα. Η απόλυτη χρονολόγηση ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze merken

... David hat so viele Freundinnen, dass er sich nicht alle ihre Namen merken kann. ...

... Das hättest du auch selber merken können, dass das eine Dummheit ist! ...

... Sie merken nicht, dass man sie als Bauernopfer zur Erreichung eines weiter gefassten politischen Ziels benutzt. ...

Quelle: Dejo, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΠΑΡΑΤΗΡΩ
I observe
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παρατηρώπαρατηρούμεπαρατηρούμαιπαρατηρούμαστε
παρατηρείςπαρατηρείτεπαρατηρείσαιπαρατηρείστε
παρατηρείπαρατηρούν(ε)παρατηρείταιπαρατηρούνται
Imper
fekt
παρατηρούσαπαρατηρούσαμεπαρατηρούμουνπαρατηρούμαστε
παρατηρούσεςπαρατηρούσατε
παρατηρούσεπαρατηρούσαν(ε)παρατηρούνταν, παρατηρείτοπαρατηρούνταν, παρατηρούντο
Aoristπαρατήρησαπαρατηρήσαμεπαρατηρήθηκαπαρατηρηθήκαμε
παρατήρησεςπαρατηρήσατεπαρατηρήθηκεςπαρατηρηθήκατε
παρατήρησεπαρατήρησαν, παρατηρήσαν(ε)παρατηρήθηκεπαρατηρήθηκαν, παρατηρηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω παρατηρήσει
έχω παρατηρημένο
έχουμε παρατηρήσει
έχουμε παρατηρημένο
έχω παρατηρηθεί
είμαι παρατηρημένος, -η
έχουμε παρατηρηθεί
είμαστε παρατηρημένοι, -ες
έχεις παρατηρήσει
έχεις παρατηρημένο
έχετε παρατηρήσει
έχετε παρατηρημένο
έχεις παρατηρηθεί
είσαι παρατηρημένος, -η
έχετε παρατηρηθεί
είστε παρατηρημένοι, -ες
έχει παρατηρήσει
έχει παρατηρημένο
έχουν παρατηρήσει
έχουν παρατηρημένο
έχει παρατηρηθεί
είναι παρατηρημένος, -η, -ο
έχουν παρατηρηθεί
είναι παρατηρημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα παρατηρήσει
είχα παρατηρημένο
είχαμε παρατηρήσει
είχαμε παρατηρημένο
είχα παρατηρηθεί
ήμουν παρατηρημένος, -η
είχαμε παρατηρηθεί
ήμαστε παρατηρημένοι, -ες
είχες παρατηρήσει
είχες παρατηρημένο
είχατε παρατηρήσει
είχατε παρατηρημένο
είχες παρατηρηθεί
ήσουν παρατηρημένος, -η
είχατε παρατηρηθεί
ήσαστε παρατηρημένοι, -ες
είχε παρατηρήσει
είχε παρατηρημένο
είχαν παρατηρήσει
είχαν παρατηρημένο
είχε παρατηρηθεί
ήταν παρατηρημένος, -η, -ο
είχαν παρατηρηθεί
ήταν παρατηρημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παρατηρώθα παρατηρούμεθα παρατηρούμαιθα παρατηρούμαστε
θα παρατηρείςθα παρατηρείτεθα παρατηρείσαιθα παρατηρείστε
θα παρατηρείθα παρατηρούν(ε)θα παρατηρείταιθα παρατηρούνται
Fut
ur
θα παρατηρήσωθα παρατηρήσουμεθα παρατηρηθώθα παρατηρηθούμε
θα παρατηρήσειςθα παρατηρήσετεθα παρατηρηθείςθα παρατηρηθείτε
θα παρατηρήσειθα παρατηρήσουν(ε)θα παρατηρηθείθα παρατηρηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παρατηρήσει
θα έχω παρατηρημένο
θα έχουμε παρατηρήσει
θα έχουμε παρατηρημένο
θα έχω παρατηρηθεί
θα είμαι παρατηρημένος, -η
θα έχουμε παρατηρηθεί
θα είμαστε παρατηρημένοι, -ες
θα έχεις παρατηρήσει
θα έχεις παρατηρημένο
θα έχετε παρατηρήσει
θα έχετε παρατηρημένο
θα έχεις παρατηρηθεί
θα είσαι παρατηρημένος, -η
θα έχετε παρατηρηθεί
θα είστε παρατηρημένοι, -η
θα έχει παρατηρήσει
θα έχει παρατηρημένο
θα έχουν παρατηρήσει
θα έχουν παρατηρημένο
θα έχει παρατηρηθεί
θα είναι παρατηρημένος, -η, -ο
θα έχουν παρατηρηθεί
θα είναι παρατηρημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παρατηρώνα παρατηρούμενα παρατηρούμαινα παρατηρούμαστε
να παρατηρείςνα παρατηρείτενα παρατηρείσαινα παρατηρείστε
να παρατηρείνα παρατηρούν(ε)να παρατηρείταινα παρατηρούνται
Aoristνα παρατηρήσωνα παρατηρήσουμε, να παρατηρήσομενα παρατηρηθώνα παρατηρηθούμε
να παρατηρήσειςνα παρατηρήσετενα παρατηρηθείςνα παρατηρηθείτε
να παρατηρήσεινα παρατηρήσουν(ε)να παρατηρηθείνα παρατηρηθούν(ε)
Perfνα έχω παρατηρήσει
να έχω παρατηρημένο
να έχουμε παρατηρήσει
να έχουμε παρατηρημένο
να έχω παρατηρηθεί
να είμαι παρατηρημένος, -η
να έχουμε παρατηρηθεί
να είμαστε παρατηρημένοι, -ες
να έχεις παρατηρήσει
να έχεις παρατηρημένο
να έχετε παρατηρήσει
να έχετε παρατηρημένο
να έχεις παρατηρηθεί
να είσαι παρατηρημένος, -η
να έχετε παρατηρηθεί
να είστε παρατηρημένοι, -ες
να έχει παρατηρήσει
να έχει παρατηρημένο
να έχουν παρατηρήσει
να έχουν παρατηρημένο
να έχει παρατηρηθεί
να είναι παρατηρημένος, -η, -ο
να έχουν παρατηρηθεί
να είναι παρατηρημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπαρατηρείτεπαρατηρείστε
Aoristπαρατήρησεπαρατηρήστε, παρατηρήσετεπαρατηρήσουπαρατηρηθείτε
Part
izip
Presπαρατηρώντας
Perfέχοντας παρατηρήσει, έχοντας παρατηρημένοπαρατηρημένος, -η, -οπαρατηρημένοι, -ες, -α
InfinAoristπαρατηρήσειπαρατηρηθεί



Person Wortform
Präsens ich merke
du merkst
er, sie, es merkt
Präteritum ich merkte
Konjunktiv II ich merkte
Imperativ Singular merke!
merk!
Plural merkt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gemerkt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:merken










Griechische Definition zu παρατηρώ

παρατηρώ [paratiró] -ούμαι : 1. παρακολουθώ, εξετάζω κτ. ή κπ. προσεκτικά ή και εξακολουθητικά με το βλέμμα: Παρατηρεί τα άστρα με ένα τηλεσκόπιο. Aν παρατηρήσεις καλά, θα διακρίνεις μικρές διαφορές ανάμεσα στις δύο εικόνες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παρατηρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15