προσέχω  Verb  [prosecho, prosexw]

Ähnliche Bedeutung wie προσέχω


Beispielsätze προσέχω

... Το Να με προσέχεις είναι κοινωνική τηλεοπτική σειρά που προβλήθηκε από το Mega, την τηλεοπτική σεζόν 2001-2002. Όταν τέσσερα αδέρφια, ο Αλέξανδρος, ο ...

... αφού άφησε τον Πάνταυχο, τον ικανότερο από τους στρατηγούς του, να τους προσέχει με μεγάλο τμήμα στρατού, εξεστράτευσε κατά του Πύρρου. Οι δύο άνδρες εξαιτίας ...

... τις γυναίκες σκλάβων (ευνούχος<εὐνή [κρεβάτι] και ὄχος [<ἔχω = προσέχω], αυτός που προσέχει το κρεβάτι) είτε στη δημιουργία αφοσιωμένων κρατικών υπαλλήλων ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aufpassen

... Wir hätten besser aufpassen sollen. ...

... Es wäre besser, wenn ihr besser aufpassen würdet. ...

... Es wäre besser, wenn du besser aufpassen würdest. ...

Quelle: MUIRIEL, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΠΡΟΣΕΧΩ
I care for
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προσέχωπροσέχουμε, προσέχομε
προσέχειςπροσέχετε
προσέχειπροσέχουν(ε)
Imper
fekt
πρόσεχαπροσέχαμε
πρόσεχεςπροσέχατε
πρόσεχεπρόσεχαν, προσέχαν(ε)
Aoristπρόσεξαπροσέξαμε
πρόσεξεςπροσέξατε
πρόσεξεπρόσεξαν, προσέξαν(ε)
Per
fect
έχω προσέξειέχουμε προσέξει
έχεις προσέξειέχετε προσέξει
έχει προσέξειέχουν προσέξει
Plu
per
fect
είχα προσέξειείχαμε προσέξει
είχες προσέξειείχατε προσέξει
είχε προσέξειείχαν προσέξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προσέχωθα προσέχουμε, θα προσέχομε
θα προσέχειςθα προσέχετε
θα προσέχειθα προσέχουν(ε)
Fut
ur
θα προσέξωθα προσέξουμε, θα προσέξομε
θα προσέξειςθα προσέξετε
θα προσέξειθα προσέξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προσέξειθα έχουμε προσέξει
θα έχεις προσέξειθα έχετε προσέξει
θα έχει προσέξειθα έχουν προσέξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προσέχωνα προσέχουμε, να προσέχομε
να προσέχειςνα προσέχετε
να προσέχεινα προσέχουν(ε)
Aoristνα προσέξωνα προσέξουμε, να προσέξομε
να προσέξειςνα προσέξετε
να προσέξεινα προσέξουν(ε)
Perfνα έχω προσέξεινα έχουμε προσέξει
να έχεις προσέξεινα έχετε προσέξει
να έχει προσέξεινα έχουν προσέξει
Imper
ativ
Presπρόσεχεπροσέχετε
Aoristπρόσεξεπροσέξτε, προσέξετε
Part
izip
Presπροσέχοντας
Perfέχοντας προσέξει
InfinAoristπροσέξει












Griechische Definition zu προσέχω

προσέχω [proséxo] -ομαι : 1α. συγκεντρώνω, διευθύνω τη σκέψη, την όραση, την ακοή μου σε κτ., σκέφτομαι, παρατηρώ, παρακολουθώ κτ. με ενδιαφέρον: Mιλούσε αλλά κανείς δεν (τον) πρόσεχε. Όταν το μάθημα είναι ενδιαφέρον, οι μαθητές προσέχουν και συμμετέχουν. β. ενεργώ με συγκεντρωμένο το μυαλό, τη σκέψη μου σε κτ., σ΄ αυτό που κάνω: Όταν οδηγείς, πρέπει να προσέχεις. Δεν προσέχει και κάνει ζημιές. Aν πρόσεχες, δε θα έκανες τόσα λάθη στην ορθογραφία. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προσέχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15