ειδοποιώ  Verb  [idopio, ithopio, eidopoiw]

Ähnliche Bedeutung wie ειδοποιώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ειδοποιώ

... κυβερνήτης μοι διηγήθη το ανέκδοτον τούτο) ότι, μετά πολυήμερη αναμονή, ειδοποιήθηκε να μεταβεί στον πύργο του Ουίνδσορ για να συναντήσει τον Γεώργιο Δ΄. ...

... προσπαθούσε να τα φέρει πίσω στον αγώνα. Στις 26 Αυγούστου ο Κολοκοτρώνης ειδοποιήθηκε ότι η Μεσσηνία πραγματεύεται να προσκυνήσει τον Ιμπραήμ κι αναχωρεί δίνοντας ...

... του, ο Παύλος οδηγήθηκε στη Δαμασκό και στο σπίτι του Ανανία, ο οποίος ειδοποιήθηκε από τον Χριστό και θεράπευσε τον Παύλο από την τύφλωσή του. Ακολούθησε ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΙΔΟΠΟΙΩ
I notify
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ειδοποιώειδοποιούμεειδοποιούμαιειδοποιούμαστε, ειδοποιόμαστε
ειδοποιείςειδοποιείτεειδοποιείσαιειδοποιείστε, ειδοποιόσαστε
ειδοποιείειδοποιούν(ε)ειδοποιείταιειδοποιούνται
Imper
fekt
ειδοποιούσαειδοποιούσαμεειδοποιούμουν
ειδοπιόμουν(α)
ειδοποιούμαστε
ειδοποιόμαστε, ειδοποιόμασταν
ειδοποιούσεςειδοποιούσατεειδοποιόσουν(α)ειδοποιόσαστε, ειδοποιόσασταν
ειδοποιούσεειδοποιούσαν(ε)ειδοποιούνταν, ειδοποιείτο
ειδοποιόταν(ε)
ειδοποιούνταν, ειδοποιούντο
ειδοποιόνταν(ε), ειδοποιόντουσαν
Aoristειδοποίησαειδοποιήσαμεειδοποιήθηκαειδοποιηθήκαμε
ειδοποίησεςειδοποιήσατεειδοποιήθηκεςειδοποιηθήκατε
ειδοποίησεειδοποίησαν, ειδοποιήσαν(ε)ειδοποιήθηκεειδοποιήθηκαν, ειδοποιηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω ειδοποιήσει
έχω ειδοποιημένο
έχουμε ειδοποιήσει
έχουμε ειδοποιημένο
έχω ειδοποιηθεί
είμαι ειδοποιημένος, -η
έχουμε ειδοποιηθεί
είμαστε ειδοποιημένοι, -ες
έχεις ειδοποιήσει
έχεις ειδοποιημένο
έχετε ειδοποιήσει
έχετε ειδοποιημένο
έχεις ειδοποιηθεί
είσαι ειδοποιημένος, -η
έχετε ειδοποιηθεί
είστε ειδοποιημένοι, -ες
έχει ειδοποιήσει
έχει ειδοποιημένο
έχουν ειδοποιήσει
έχουν ειδοποιημένο
έχει ειδοποιηθεί
είναι ειδοποιημένος, -η, -ο
έχουν ειδοποιηθεί
είναι ειδοποιημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα ειδοποιήσει
είχα ειδοποιημένο
είχαμε ειδοποιήσει
είχαμε ειδοποιημένο
είχα ειδοποιηθεί
ήμουν ειδοποιημένος, -η
είχαμε ειδοποιηθεί
ήμαστε ειδοποιημένοι, -ες
είχες ειδοποιήσει
είχες ειδοποιημένο
είχατε ειδοποιήσει
είχατε ειδοποιημένο
είχες ειδοποιηθεί
ήσουν ειδοποιημένος, -η
είχατε ειδοποιηθεί
ήσαστε ειδοποιημένοι, -ες
είχε ειδοποιήσει
είχε ειδοποιημένο
είχαν ειδοποιήσει
είχαν ειδοποιημένο
είχε ειδοποιηθεί
ήταν ειδοποιημένος, -η, -ο
είχαν ειδοποιηθεί
ήταν ειδοποιημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ειδοποιώθα ειδοποιούμεθα ειδοποιούμαιθα ειδοποιούμαστε, θα ειδοποιόμαστε
θα ειδοποιείςθα ειδοποιείτεθα ειδοποιείσαιθα ειδοποιείστε, θα ειδοποιόσαστε
θα ειδοποιείθα ειδοποιούν(ε)θα ειδοποιείταιθα ειδοποιούνται
Fut
ur
θα ειδοποιήσωθα ειδοποιήσουμεθα ειδοποιηθώθα ειδοποιηθούμε
θα ειδοποιήσειςθα ειδοποιήσετεθα ειδοποιηθείςθα ειδοποιηθείτε
θα ειδοποιήσειθα ειδοποιήσουν(ε)θα ειδοποιηθείθα ειδοποιηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ειδοποιήσει
θα έχω ειδοποιημένο
θα έχουμε ειδοποιήσει
θα έχουμε ειδοποιημένο
θα έχω ειδοποιηθεί
θα είμαι ειδοποιημένος, -η
θα έχουμε ειδοποιηθεί
θα είμαστε ειδοποιημένοι, -ες
θα έχεις ειδοποιήσει
θα έχεις ειδοποιημένο
θα έχετε ειδοποιήσει
θα έχετε ειδοποιημένο
θα έχεις ειδοποιηθεί
θα είσαι ειδοποιημένος, -η
θα έχετε ειδοποιηθεί
θα είστε ειδοποιημένοι, -η
θα έχει ειδοποιήσει
θα έχει ειδοποιημένο
θα έχουν ειδοποιήσει
θα έχουν ειδοποιημένο
θα έχει ειδοποιηθεί
θα είναι ειδοποιημένος, -η, -ο
θα έχουν ειδοποιηθεί
θα είναι ειδοποιημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ειδοποιώνα ειδοποιούμενα ειδοποιούμαινα ειδοποιούμαστε, να ειδοποιόμαστε
να ειδοποιείςνα ειδοποιείτενα ειδοποιείσαινα ειδοποιείστε, να ειδοποιόσαστε
να ειδοποιείνα ειδοποιούν(ε)να ειδοποιείταινα ειδοποιούνται
Aoristνα ειδοποιήσωνα ειδοποιήσουμε, να ειδοποιήσομενα ειδοποιηθώνα ειδοποιηθούμε
να ειδοποιήσειςνα ειδοποιήσετενα ειδοποιηθείςνα ειδοποιηθείτε
να ειδοποιήσεινα ειδοποιήσουν(ε)να ειδοποιηθείνα ειδοποιηθούν(ε)
Perfνα έχω ειδοποιήσει
να έχω ειδοποιημένο
να έχουμε ειδοποιήσει
να έχουμε ειδοποιημένο
να έχω ειδοποιηθεί
να είμαι ειδοποιημένος, -η
να έχουμε ειδοποιηθεί
να είμαστε ειδοποιημένοι, -ες
να έχεις ειδοποιήσει
να έχεις ειδοποιημένο
να έχετε ειδοποιήσει
να έχετε ειδοποιημένο
να έχεις ειδοποιηθεί
να είσαι ειδοποιημένος, -η
να έχετε ειδοποιηθεί
να είστε ειδοποιημένοι, -ες
να έχει ειδοποιήσει
να έχει ειδοποιημένο
να έχουν ειδοποιήσει
να έχουν ειδοποιημένο
να έχει ειδοποιηθεί
να είναι ειδοποιημένος, -η, -ο
να έχουν ειδοποιηθεί
να είναι ειδοποιημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presειδοποιείτεειδοποιείστε
Aoristειδοποίησεειδοποιήστε, ειδοποιήσετεειδοποιήσουειδοποιηθείτε
Part
izip
Presειδοποιώντας
Perfέχοντας ειδοποιήσει, έχοντας ειδοποιημένοειδοποιημένος, -η, -οειδοποιημένοι, -ες, -α
InfinAoristειδοποιήσειειδοποιηθεί








Griechische Definition zu ειδοποιώ

ειδοποιώ [iδopió] -ούμαι : πληροφορώ κπ. για κτ. που έγινε ή θα γίνει, για να ενεργήσει ανάλογα· (πρβ. γνωστοποιώ, ενημερώνω): Aν χρειαστείς βοήθεια, ειδοποίησέ με και θα έρθω αμέσως. Σας ειδοποιούμε ότι η προθεσμία λήγει σε δέκα μέρες. Οι περίοικοι ειδοποίησαν την πυροσβεστική υπηρεσία. || Θα ερχόμουν οπωσδήποτε, αν είχα ειδοποιηθεί εγκαίρως για την άφιξή σας. || (οικ., ειρ.): Ειδοποίησέ με…, όταν είναι κάποιος βέβαιος εκ των προτέρων ότι δε θα πραγματοποιηθεί κτ.: Ειδοποίησέ με, αν νομίζεις ότι αύριο θα είναι έτοιμα τα δικαιολογητικά για την υπόθεσή σου.

[λόγ. < ελνστ. εἰδοποιῶ `δίνω μορφή, περιγράφω΄ από σφαλερή ταύτιση των αρχ. λ. εrδος - εἴδησις σημδ. γαλλ. notifier]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ειδοποιώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15