ειδοποιώ Verb  [idopio, ithopio, eidopoiw]

  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu ειδοποιώ

ειδοποιώ Koine-Griechisch εἰδοποιῶ


GriechischDeutsch
Ωραία, ειδοποιώ τους Λεβίν.Prima, ich werde die Levines benachrichtigen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
πληροφορώ
γνωστοποιώ
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu ειδοποιώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ειδοποιώειδοποιούμεειδοποιούμαιειδοποιούμαστε, ειδοποιόμαστε
ειδοποιείςειδοποιείτεειδοποιείσαιειδοποιείστε, ειδοποιόσαστε
ειδοποιείειδοποιούν(ε)ειδοποιείταιειδοποιούνται
Imper
fekt
ειδοποιούσαειδοποιούσαμεειδοποιούμουν
ειδοπιόμουν(α)
ειδοποιούμαστε
ειδοποιόμαστε, ειδοποιόμασταν
ειδοποιούσεςειδοποιούσατεειδοποιόσουν(α)ειδοποιόσαστε, ειδοποιόσασταν
ειδοποιούσεειδοποιούσαν(ε)ειδοποιούνταν, ειδοποιείτο
ειδοποιόταν(ε)
ειδοποιούνταν, ειδοποιούντο
ειδοποιόνταν(ε), ειδοποιόντουσαν
Aoristειδοποίησαειδοποιήσαμεειδοποιήθηκαειδοποιηθήκαμε
ειδοποίησεςειδοποιήσατεειδοποιήθηκεςειδοποιηθήκατε
ειδοποίησεειδοποίησαν, ειδοποιήσαν(ε)ειδοποιήθηκεειδοποιήθηκαν, ειδοποιηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω ειδοποιήσει
έχω ειδοποιημένο
έχουμε ειδοποιήσει
έχουμε ειδοποιημένο
έχω ειδοποιηθεί
είμαι ειδοποιημένος, -η
έχουμε ειδοποιηθεί
είμαστε ειδοποιημένοι, -ες
έχεις ειδοποιήσει
έχεις ειδοποιημένο
έχετε ειδοποιήσει
έχετε ειδοποιημένο
έχεις ειδοποιηθεί
είσαι ειδοποιημένος, -η
έχετε ειδοποιηθεί
είστε ειδοποιημένοι, -ες
έχει ειδοποιήσει
έχει ειδοποιημένο
έχουν ειδοποιήσει
έχουν ειδοποιημένο
έχει ειδοποιηθεί
είναι ειδοποιημένος, -η, -ο
έχουν ειδοποιηθεί
είναι ειδοποιημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα ειδοποιήσει
είχα ειδοποιημένο
είχαμε ειδοποιήσει
είχαμε ειδοποιημένο
είχα ειδοποιηθεί
ήμουν ειδοποιημένος, -η
είχαμε ειδοποιηθεί
ήμαστε ειδοποιημένοι, -ες
είχες ειδοποιήσει
είχες ειδοποιημένο
είχατε ειδοποιήσει
είχατε ειδοποιημένο
είχες ειδοποιηθεί
ήσουν ειδοποιημένος, -η
είχατε ειδοποιηθεί
ήσαστε ειδοποιημένοι, -ες
είχε ειδοποιήσει
είχε ειδοποιημένο
είχαν ειδοποιήσει
είχαν ειδοποιημένο
είχε ειδοποιηθεί
ήταν ειδοποιημένος, -η, -ο
είχαν ειδοποιηθεί
ήταν ειδοποιημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ειδοποιώθα ειδοποιούμεθα ειδοποιούμαιθα ειδοποιούμαστε, θα ειδοποιόμαστε
θα ειδοποιείςθα ειδοποιείτεθα ειδοποιείσαιθα ειδοποιείστε, θα ειδοποιόσαστε
θα ειδοποιείθα ειδοποιούν(ε)θα ειδοποιείταιθα ειδοποιούνται
Fut
ur
θα ειδοποιήσωθα ειδοποιήσουμεθα ειδοποιηθώθα ειδοποιηθούμε
θα ειδοποιήσειςθα ειδοποιήσετεθα ειδοποιηθείςθα ειδοποιηθείτε
θα ειδοποιήσειθα ειδοποιήσουν(ε)θα ειδοποιηθείθα ειδοποιηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ειδοποιήσει
θα έχω ειδοποιημένο
θα έχουμε ειδοποιήσει
θα έχουμε ειδοποιημένο
θα έχω ειδοποιηθεί
θα είμαι ειδοποιημένος, -η
θα έχουμε ειδοποιηθεί
θα είμαστε ειδοποιημένοι, -ες
θα έχεις ειδοποιήσει
θα έχεις ειδοποιημένο
θα έχετε ειδοποιήσει
θα έχετε ειδοποιημένο
θα έχεις ειδοποιηθεί
θα είσαι ειδοποιημένος, -η
θα έχετε ειδοποιηθεί
θα είστε ειδοποιημένοι, -η
θα έχει ειδοποιήσει
θα έχει ειδοποιημένο
θα έχουν ειδοποιήσει
θα έχουν ειδοποιημένο
θα έχει ειδοποιηθεί
θα είναι ειδοποιημένος, -η, -ο
θα έχουν ειδοποιηθεί
θα είναι ειδοποιημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ειδοποιώνα ειδοποιούμενα ειδοποιούμαινα ειδοποιούμαστε, να ειδοποιόμαστε
να ειδοποιείςνα ειδοποιείτενα ειδοποιείσαινα ειδοποιείστε, να ειδοποιόσαστε
να ειδοποιείνα ειδοποιούν(ε)να ειδοποιείταινα ειδοποιούνται
Aoristνα ειδοποιήσωνα ειδοποιήσουμε, να ειδοποιήσομενα ειδοποιηθώνα ειδοποιηθούμε
να ειδοποιήσειςνα ειδοποιήσετενα ειδοποιηθείςνα ειδοποιηθείτε
να ειδοποιήσεινα ειδοποιήσουν(ε)να ειδοποιηθείνα ειδοποιηθούν(ε)
Perfνα έχω ειδοποιήσει
να έχω ειδοποιημένο
να έχουμε ειδοποιήσει
να έχουμε ειδοποιημένο
να έχω ειδοποιηθεί
να είμαι ειδοποιημένος, -η
να έχουμε ειδοποιηθεί
να είμαστε ειδοποιημένοι, -ες
να έχεις ειδοποιήσει
να έχεις ειδοποιημένο
να έχετε ειδοποιήσει
να έχετε ειδοποιημένο
να έχεις ειδοποιηθεί
να είσαι ειδοποιημένος, -η
να έχετε ειδοποιηθεί
να είστε ειδοποιημένοι, -ες
να έχει ειδοποιήσει
να έχει ειδοποιημένο
να έχουν ειδοποιήσει
να έχουν ειδοποιημένο
να έχει ειδοποιηθεί
να είναι ειδοποιημένος, -η, -ο
να έχουν ειδοποιηθεί
να είναι ειδοποιημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presειδοποιείτεειδοποιείστε
Aoristειδοποίησεειδοποιήστε, ειδοποιήσετεειδοποιήσουειδοποιηθείτε
Part
izip
Presειδοποιώντας
Perfέχοντας ειδοποιήσει, έχοντας ειδοποιημένοειδοποιημένος, -η, -οειδοποιημένοι, -ες, -α
InfinAoristειδοποιήσειειδοποιηθεί









Griechische Definition zu ειδοποιώ

ειδοποιώ [iδopió] -ούμαι : πληροφορώ κπ. για κτ. που έγινε ή θα γίνει, για να ενεργήσει ανάλογα· (πρβ. γνωστοποιώ, ενημερώνω): Aν χρειαστείς βοήθεια, ειδοποίησέ με και θα έρθω αμέσως. Σας ειδοποιούμε ότι η προθεσμία λήγει σε δέκα μέρες. Οι περίοικοι ειδοποίησαν την πυροσβεστική υπηρεσία. || Θα ερχόμουν οπωσδήποτε, αν είχα ειδοποιηθεί εγκαίρως για την άφιξή σας. || (οικ., ειρ.): Ειδοποίησέ με…, όταν είναι κάποιος βέβαιος εκ των προτέρων ότι δε θα πραγματοποιηθεί κτ.: Ειδοποίησέ με, αν νομίζεις ότι αύριο θα είναι έτοιμα τα δικαιολογητικά για την υπόθεσή σου.

[λόγ. < ελνστ. εἰδοποιῶ `δίνω μορφή, περιγράφω΄ από σφαλερή ταύτιση των αρχ. λ. εrδος - εἴδησις σημδ. γαλλ. notifier]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback