εγκαινιάζω  Verb  [egkeniazo, egkainiazw]

Ähnliche Bedeutung wie εγκαινιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εγκαινιάζω

... σελίδα αφορά το έτος 1875 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο 5 Ιανουαρίου - Εγκαινιάζεται στο Παρίσι το Παλέ Γκαρνιέ, ένα από τα πιο διάσημα κτίρια όπερας στον ...

... δημιουργία μίας συμμαχίας των Ευρωπαϊκών χωρών εναντίον των Οθωμανών, εγκαινιάζοντας τον λεγόμενο Μακρύ Πόλεμο. Τη διαμάχη των Δομινικανών και των Ιησουϊτών ...

... έτος 330 κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο 11 Μαΐου - Ο Κωνσταντίνος Α΄ εγκαινιάζει τη νέα πόλη που έχτισε πάνω στο Βυζάντιο και την ονομάζει Νέα Ρώμη. Η ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze einweihen

... Es ist eine besonders hübsche Kunst, sich in Dinge einweihen zu lassen, über die man Bescheid weiß, und zwar von Leuten, die nicht Bescheid wissen. ...

Quelle: Esperantostern

Grammatik


ΕΓΚΑΙΝΙΑΖΩ
I inaugurate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εγκαινιάζωεγκαινιάζουμε, εγκαινιάζομεεγκαινιάζομαιεγκαινιαζόμαστε
εγκαινιάζειςεγκαινιάζετεεγκαινιάζεσαιεγκαινιάζεστε, εγκαινιαζόσαστε
εγκαινιάζειεγκαινιάζουν(ε)εγκαινιάζεταιεγκαινιάζονται
Imper
fekt
εγκαινίαζαεγκαινιάζαμεεγκαινιαζόμουναεγκαινιαζόμαστε, εγκαινιαζόμασταν
εγκαινίαζεςεγκαινιάζατεεγκαινιαζόσουναεγκαινιαζόσαστε, εγκαινιαζόσασταν
εγκαινίαζεεγκαινίαζαν, εγκαινιάζαν(ε)εγκαινιαζότανεεγκαινιάζονταν, εγκαινιαζόντανε, εγκαινιαζόντουσαν
Aoristεγκαινίασαεγκαινιάσαμεεγκαινιάστηκαεγκαινιαστήκαμε
εγκαινίασεςεγκαινιάσατεεγκαινιάστηκεςεγκαινιαστήκατε
εγκαινίασεεγκαινίασαν, εγκαινιάσαν(ε)εγκαινιάστηκεεγκαινιάστηκαν, εγκαινιαστήκανε
Per
fect
έχω εγκαινιάσει
έχω εγκαινιασμένο
έχουμε εγκαινιάσει
έχουμε εγκαινιασμένο
έχω εγκαινιαστεί
είμαι εγκαινιασμένος, -η
έχουμε εγκαινιαστεί
είμαστε εγκαινιασμένοι, -ες
έχεις εγκαινιάσει
έχεις εγκαινιασμένο
έχετε εγκαινιάσει
έχετε εγκαινιασμένο
έχεις εγκαινιαστεί
είσαι εγκαινιασμένος, -η
έχετε εγκαινιαστεί
είστε εγκαινιασμένοι, -ες
έχει εγκαινιάσει
έχει εγκαινιασμένο
έχουν εγκαινιάσει
έχουν εγκαινιασμένο
έχει εγκαινιαστεί
είναι εγκαινιασμένος, -η, -ο
έχουν εγκαινιαστεί
είναι εγκαινιασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εγκαινιάσει
είχα εγκαινιασμένο
είχαμε εγκαινιάσει
είχαμε εγκαινιασμένο
είχα εγκαινιαστεί
ήμουν εγκαινιασμένος, -η
είχαμε εγκαινιαστεί
ήμαστε εγκαινιασμένοι, -ες
είχες εγκαινιάσει
είχες εγκαινιασμένο
είχατε εγκαινιάσει
είχατε εγκαινιασμένο
είχες εγκαινιαστεί
ήσουν εγκαινιασμένος, -η
είχατε εγκαινιαστεί
ήσαστε εγκαινιασμένοι, -ες
είχε εγκαινιάσει
είχε εγκαινιασμένο
είχαν εγκαινιάσει
είχαν εγκαινιασμένο
είχε εγκαινιαστεί
ήταν εγκαινιασμένος, -η, -ο
είχαν εγκαινιαστεί
ήταν εγκαινιασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εγκαινιάζωθα εγκαινιάζουμε, θα εγκαινιάζομεθα εγκαινιάζομαιθα εγκαινιαζόμαστε
θα εγκαινιάζειςθα εγκαινιάζετεθα εγκαινιάζεσαιθα εγκαινιάζεστε, θα εγκαινιαζόσαστε
θα εγκαινιάζειθα εγκαινιάζουν(ε)θα εγκαινιάζεταιθα εγκαινιάζονται
Fut
ur
θα εγκαινιάσωθα εγκαινιάσουμε, θα εγκαινιάσομεθα εγκαινιαστώθα εγκαινιαστούμε
θα εγκαινιάσειςθα εγκαινιάσετεθα εγκαινιαστείςθα εγκαινιαστείτε
θα εγκαινιάσειθα εγκαινιάσουν(ε)θα εγκαινιαστείθα εγκαινιαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εγκαινιάσει
θα έχω εγκαινιασμένο
θα έχουμε εγκαινιάσει
θα έχουμε εγκαινιασμένο
θα έχω εγκαινιαστεί
θα είμαι εγκαινιασμένος, -η
θα έχουμε εγκαινιαστεί
θα είμαστε εγκαινιασμένοι, -ες
θα έχεις εγκαινιάσει
θα έχεις εγκαινιασμένο
θα έχετε εγκαινιάσει
θα έχετε εγκαινιασμένο
θα έχεις εγκαινιαστεί
θα είσαι εγκαινιασμένος, -η
θα έχετε εγκαινιαστεί
θα είστε εγκαινιασμένοι, -ες
θα έχει εγκαινιάσει
θα έχει εγκαινιασμένο
θα έχουν εγκαινιάσει
θα έχουν εγκαινιασμένο
θα έχει εγκαινιαστεί
θα είναι εγκαινιασμένος, -η, -ο
θα έχουν εγκαινιαστεί
θα είναι εγκαινιασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εγκαινιάζωνα εγκαινιάζουμε, να εγκαινιάζομενα εγκαινιάζομαινα εγκαινιαζόμαστε
να εγκαινιάζειςνα εγκαινιάζετενα εγκαινιάζεσαινα εγκαινιάζεστε, να εγκαινιαζόσαστε
να εγκαινιάζεινα εγκαινιάζουν(ε)να εγκαινιάζεταινα εγκαινιάζονται
Aoristνα εγκαινιάσωνα εγκαινιάσουμε, να εγκαινιάσομενα εγκαινιαστώνα εγκαινιαστούμε
να εγκαινιάσειςνα εγκαινιάσετενα εγκαινιαστείςνα εγκαινιαστείτε
να εγκαινιάσεινα εγκαινιάσουννα εγκαινιαστείνα εγκαινιαστούν(ε)
Perfνα έχω εγκαινιάσει
να έχω εγκαινιασμένο
να έχουμε εγκαινιάσει
να έχουμε εγκαινιασμένο
να έχω εγκαινιαστεί
να είμαι εγκαινιασμένος, -η
να έχουμε εγκαινιαστεί
να είμαστε εγκαινιασμένοι, -ες
να έχεις εγκαινιάσει
να έχεις εγκαινιασμένο
να έχετε εγκαινιάσει
να έχετε εγκαινιασμένο
να έχεις εγκαινιαστεί
να είσαι εγκαινιασμένος, -η
να έχετε εγκαινιαστεί
να είστε εγκαινιασμένοι, -ες
να έχει εγκαινιάσει
να έχει εγκαινιασμένο
να έχουν εγκαινιάσει
να έχουν εγκαινιασμένο
να έχει εγκαινιαστεί
να είναι εγκαινιασμένος, -η, -ο
να έχουν εγκαινιαστεί
να είναι εγκαινιασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεγκαινίαζεεγκαινιάζετεεγκαινιάζεστε
Aoristεγκαινίασεεγκαινιάστεεγκαινιάσουεγκαινιαστείτε
Part
izip
Presεγκαινιάζονταςεγκαινιαζόμενος
Perfέχοντας εγκαινιάσει, έχοντας εγκαινιασμένοεγκαινιασμένος, -η, -οεγκαινιασμένοι, -ες, -α
InfinAoristεγκαινιάσειεγκαινιαστεί






Griechische Definition zu εγκαινιάζω

εγκαινιάζω [engeniázo] -ομαι : 1.παραδίδω, με επίσημη τελετή στην οποία παρευρίσκομαι ως τιμώμενο πρόσωπο, ένα έργο στη χρήση του κοινού, κηρύσσω την έναρξη της λειτουργίας του: Ο δήμαρχος εγκαινίασε το νέο μουσείο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εγκαινιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15