διανέμω  Verb  [dianemo, thianemo, dianemw]

Ähnliche Bedeutung wie διανέμω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διανέμω

... προέρχεται από το ρήμα "νέμω" της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας που σημαίνει διανέμω, μοιράζω ή τακτοποιώ. Η ανάγκη της αστυνομίας έγινε αντιληπτή τον 5ο ...

... μέτρα, με τα οποία τα μεγάλα τσιφλίκια εκποιήθηκαν από το κράτος και διανεμήθηκαν στους κολίγους. Αν και κάποιοι από τους σχετικούς νόμους είχαν ψηφιστεί ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verteilen

... Wenn du ein Schiff bauen willst, dann trommle nicht Männer zusammen, um Holz zu beschaffen, Aufgaben zu verteilen und die Arbeit einzuteilen, sondern lehre sie die Sehnsucht nach dem endlosen Meer. ...

... Fällt es den Anwesenden schwer, dem Vortrag zu folgen, kann man Kopien des Textes verteilen oder ihn auf eine Leinwand projizieren. ...

... Wir verteilen die Hausarbeiten. ...

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΔΙΑΝΕΜΩ
I distribute
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διανέμωδιανέμουμε, διανέμομεδιανέμομαιδιανεμόμαστε
διανέμειςδιανέμετεδιανέμεσαιδιανέμεστε, διανεμόσαστε
διανέμειδιανέμουν(ε)διανέμεταιδιανέμονται
Imper
fekt
διένεμαδιανέμαμεδιανεμόμουν(α)διανεμόμαστε
διένεμεςδιανέματεδιανεμόσουν(α)διανεμόσαστε
διένεμεδιένεμαν, διανέμαν(ε)διανεμόταν(ε)διανέμονταν
Aoristδιένειμαδιανείμαμεδιανεμήθηκαδιανεμηθήκαμε
διένειμεςδιανείματεδιανεμήθηκεςδιανεμηθήκατε
διένειμεδιένειμαν, διανείμαν(ε)διανεμήθηκεδιανεμήθηκαν, διανεμηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω διανείμει
έχω διανεμημένο
έχουμε διανείμει
έχουμε διανεμημένο
έχω διανεμηθεί
είμαι διανεμημένος, -η
έχουμε διανεμηθεί
είμαστε διανεμημένοι, -ες
έχεις διανείμει
έχεις διανεμημένο
έχετε διανείμει
έχετε διανεμημένο
έχεις διανεμηθεί
είσαι διανεμημένος, -η
έχετε διανεμηθεί
είστε διανεμημένοι, -ες
έχει διανείμει
έχει διανεμημένο
έχουν διανείμει
έχουν διανεμημένο
έχει διανεμηθεί
είναι διανεμημένος, -η, -ο
έχουν διανεμηθεί
είναι διανεμημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διανείμει
είχα διανεμημένο
είχαμε διανείμει
είχαμε διανεμημένο
είχα διανεμηθεί
ήμουν διανεμημένος, -η
είχαμε διανεμηθεί
ήμαστε διανεμημένοι, -ες
είχες διανείμει
είχες διανεμημένο
είχατε διανείμει
είχατε διανεμημένο
είχες διανεμηθεί
ήσουν διανεμημένος, -η
είχατε διανεμηθεί
ήσαστε διανεμημένοι, -ες
είχε διανείμει
είχε διανεμημένο
είχαν διανείμει
είχαν διανεμημένο
είχε διανεμηθεί
ήταν διανεμημένος, -η, -ο
είχαν διανεμηθεί
ήταν διανεμημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διανέμωθα διανέμουμε, θα διανέμομεθα διανέμομαιθα διανεμόμαστε
θα διανέμειςθα διανέμετεθα διανέμεσαιθα διανέμεστε θα διανεμόσαστε
θα διανέμειθα διανέμουν(ε)θα διανέμεταιθα διανέμονται
Fut
ur
θα διανείμωθα διανείμουμε, θα διανείμομεθα διανεμηθώθα διανεμηθούμε
θα διανείμειςθα διανείμετεθα διανεμηθείςθα διανεμηθείτε
θα διανείμειθα διανείμουν(ε)θα διανεμηθείθα διανεμηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διανείμει
θα έχω διανεμημένο
θα έχουμε διανείμει
θα έχουμε διανεμημένο
θα έχω διανεμηθεί
θα είμαι διανεμημένος, -η
θα έχουμε διανεμηθεί
θα είμαστε διανεμημένοι, -ες
θα έχεις διανείμει
θα έχεις διανεμημένο
θα έχετε διανείμει
θα έχετε διανεμημένο
θα έχεις διανεμηθεί
θα είσαι διανεμημένος, -η
θα έχετε διανεμηθεί
θα είστε διανεμημένοι, -ες
θα έχει διανείμει
θα έχει διανεμημένο
θα έχουν διανείμει
θα έχουν διανεμημένο
θα έχει διανεμηθεί
θα είναι διανεμημένος, -η, -ο
θα έχουν διανεμηθεί
θα είναι διανεμημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διανέμωνα διανέμουμε, να διανέμομενα διανέμομαινα διανεμόμαστε
να διανέμειςνα διανέμετενα διανέμεσαινα διανέμεστε, να διανεμόσαστε
να διανέμεινα διανέμουν(ε)να διανέμεταινα διανέμονται
Aoristνα διανείμωνα διανείμουμε, να διανείμομενα διανεμηθώνα διανεμηθούμε
να διανείμειςνα διανείμετενα διανεμηθείςνα διανεμηθείτε
να διανείμεινα διανείμουν(ε)να διανεμηθείνα διανεμηθούν(ε)
Perfνα έχω διανείμει
να έχω διανεμημένο
να έχουμε διανείμει
να έχουμε διανεμημένο
να έχω διανεμηθεί
να είμαι διανεμημένος, -η
να έχουμε διανεμηθεί
να είμαστε διανεμημένοι, -ες
να έχεις διανείμει
να έχεις διανεμημένο
να έχετε διανείμει
να έχετε διανεμημένο
να έχεις διανεμηθεί
να είσαι διανεμημένος, -η
να έχετε διανεμηθεί
να είστε διανεμημένοι, -ες
να έχει διανείμει
να έχει διανεμημένο
να έχουν διανείμει
να έχουν διανεμημένο
να έχει διανεμηθεί
να είναι διανεμημένος, -η, -ο
να έχουν διανεμηθεί
να είναι διανεμημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιάνεμεδιανέμετεδιανέμεστε
Aoristδιάνειμεδιανείμετεδιανεμηθείτε
Part
izip
Presδιανέμοντας
Perfέχοντας διανείμει, έχοντας διανεμημένοδιανεμημένος, -η, -οδιανεμημένοι, -ες, -α
InfinAoristδιανείμειδιανεμηθεί












Griechische Definition zu διανέμω

διανέμω [δianémo] -ομαι Ρ αόρ. διένειμα, απαρέμφ. διανείμει, παθ. αόρ. διανεμήθηκα, απαρέμφ. διανεμηθεί, μππ. διανεμημένος : (λόγ.) κάνω διανομή, μοιράζω: Διένειμε την περιουσία του στους φτωχούς. Θα διανεμηθούν δώρα σε ορφανά παιδιά.

[λόγ. < αρχ. διανέμω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διανέμω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15