διαβαίνω  Verb  [diaveno, thiaveno, diabainw]


Beispielsätze διαβαίνω

... και βρίσκεται βόρεια του Ρίμινι και νότια της Τσεζένα. Η ελληνική φράση «διαβαίνω τον Ρουβίκωνα» αναφέρεται όταν κάποιο άτομο λαμβάνει εν γνώσει του μια ...

... θυσίες τελούσαν και οι σπαρτιάτες στρατηγοί κάθε φορά που στην εκστρατεία διάβαιναν ποταμό προκειμένου να εξιλεώσουν τη ποτάμια θεότητα. Όπως μαρτυρεί ο Πολύαινος ...

... πρέπει να παραδώσει άμεσα τη διοίκηση. 10 Ιανουαρίου - Ο Ιούλιος Καίσαρ διαβαίνει τον Ρουβίκωνα, σηματοδοτώντας την έναρξη του εμφυλίου πολέμου. Φεβρουάριος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze vergehen

... Stunden vergehen und sie zählt die Minuten. ...

... Die Tage vergehen im Fluge. ...

... Die glücklichen Tage vergehen schnell. ...

Quelle: MUIRIEL, al_ex_an_der, Zaghawa

Grammatik


ΔΙΑΒΑΙΝΩ
I cross
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαβαίνωδιαβαίνουμε, διαβαίνομε
διαβαίνειςδιαβαίνετε
διαβαίνειδιαβαίνουν(ε)
Imper
fekt
διάβαιναδιαβαίναμε
διάβαινεςδιαβαίνατε
διάβαινεδιάβαιναν, διαβαίναν(ε)
Aoristδιάβηκαδιαβήκαμε
διάβηκεςδιαβήκατε
διάβηκεδιάβηκαν, διαβήκαν(ε)
Per
fect
έχω διάβει/διαβείέχουμε διάβει/διαβεί
έχεις διάβει/διαβείέχετε διάβει/διαβεί
έχει διάβει/διαβείέχουν διάβει/διαβεί
Plu
per
fect
είχα διάβει/διαβείείχαμε διάβει/διαβεί
είχες διάβει/διαβείείχατε διάβει/διαβεί
είχε διάβει/διαβείείχαν διάβει/διαβεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαβαίνωθα διαβαίνουμε, θα διαβαίνομε
θα διαβαίνειςθα διαβαίνετε
θα διαβαίνειθα διαβαίνουν(ε)
Fut
ur
θα διάβω, θα διαβώθα διάβουμε, θα διάβομε, θα διαβούμε
θα διάβεις, θα διαβείςθα διάβετε, θα διαβείτε
θα διάβει, θα διαβείθα διάβουν(ε), θα διαβούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διάβει/διαβείθα έχουμε διάβει/διαβεί
θα έχεις διάβει/διαβείθα έχετε διάβει/διαβεί
θα έχει διάβει/διαβείθα έχουν διάβει/διαβεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαβαίνωνα διαβαίνουμε, να διαβαίνομε
να διαβαίνειςνα διαβαίνετε
να διαβαίνεινα διαβαίνουν(ε)
Aoristνα διάβω, να διαβώνα διάβουμε, να διάβομε, να διαβούμε
να διάβεις, να διαβείςνα διάβειτε, να διαβείτε
να διάβει, να διαβείνα διαβούν
Perfνα έχω διάβει/διαβείνα έχουμε διάβει/διαβεί
να έχεις διάβει/διαβείνα έχετε διάβει/διαβεί
να έχει διάβει/διαβείνα έχουν διάβει/διαβεί
Imper
ativ
Presδιάβαινεδιαβαίνετε
Aoristδιάβαδιαβείτε
Part
izip
Presδιαβαίνοντας
Perfέχοντας διάβει/διαβεί
InfinAoristδιάβει/διαβεί






Griechische Definition zu διαβαίνω

διαβαίνω [δjavéno] Ρ αόρ. διάβηκα, προστ. διάβα, απαρέμφ. διαβεί : (λογοτ.) 1. (τοπ.) διασχίζω έναν τόπο, περνώ από ένα μέρος σε ένα άλλο: Διάβηκαν το ποτάμι / τη γέφυρα / το δάσος. ΠAΡ Aν έχεις τύχη* διάβαινε και ριζικό περπάτει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαβαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15