ανεβαίνω  Verb  [aneveno, anebainw]

Ähnliche Bedeutung wie ανεβαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ανεβαίνω

... συνυπολογιστούν και αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες, ο αριθμός των θυμάτων ανεβαίνει σημαντικά. Κάποιες εκτιμήσεις τοποθετούν το συνολικό αριθμό θυμάτων του ...

... δισεκατομμύρια δολάρια αν η τιμή ανέβαινε 10 φορές όπως πίστευαν ότι θα συμβεί. Οι τιμές πράγματι άρχισαν να ανεβαίνουν από τον Αύγουστο του 1979 και τελικά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aufsteigen

... entstanden ist und diese wieder aufsteigen kann. Bei diesen wiederkehrenden Aufwinden an gleicher Stelle spricht man von pulsierender Thermik. Sperrschichten ...

... Kohlendioxidbläschen gebildet werden, die aufsteigen und das eruptionsartige Heraussprudeln bewirken. Diese Hypothese wurde untermauert, als man Steinsalz als Auslöser ...

... Laufbahn heraus aufsteigen konnte. Mit den Laufbahnreformen kam es zur Abkoppelung der höheren Unteroffiziere von den anderen Unteroffizieren und zur Verschärfung ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΕΒΑΙΝΩ
I ascend
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανεβαίνωανεβαίνουμε, ανεβαίνομε
ανεβαίνειςανεβαίνετε
ανεβαίνειανεβαίνουν(ε)
Imper
fekt
ανέβαιναανεβαίναμε
ανέβαινεςανεβαίνατε
ανέβαινεανέβαιναν, ανεβαίναν(ε)
Aoristανέβηκα, ../anebazo/index">ανέβασαανεβήκαμε
ανέβηκεςανεβήκατε
ανέβηκεανέβηκαν, ανεβήκαν(ε)
Per
fect
έχω ανέβει/ανεβεί
είμαι ανεβασμένος, -η
έχουμε ανέβει/ανεβεί
είμαστε ανεβασμένοι, -ες
έχεις ανέβει/ανεβεί
είσαι ανεβασμένος, -η
έχετε ανέβει/ανεβεί
είστε ανεβασμένοι, -ες
έχει ανέβει/ανεβεί
είναι ανεβασμένος, -η, -ο
έχουν ανέβει/ανεβεί
είναι ανεβασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ανέβει/ανεβεί
ήμουν ανεβασμένος, -η
είχαμε ανέβει/ανεβεί
ήμαστε ανεβασμένοι, -ες
είχες ανέβει/ανεβεί
ήσουν ανεβασμένος, -η
είχατε ανέβει/ανεβεί
ήσαστε ανεβασμένοι, -ες
είχε ανέβει/ανεβεί
ήταν ανεβασμένος, -η, -ο
είχαν ανέβει/ανεβεί
ήταν ανεβασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανεβαίνωθα ανεβαίνουμε, θα ανεβαίνομε
θα ανεβαίνειςθα ανεβαίνετε
θα ανεβαίνειθα ανεβαίνουν(ε)
Fut
ur
θα ανέβω, θα ανεβώθα ανέβουμε, θα ανέβομε, θα ανεβούμε
θα ανέβεις, θα ανεβείςθα ανέβετε, θα ανεβείτε
θα ανέβει, θα ανεβείθα ανέβουν(ε), θα ανεβούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανέβει/ανεβεί
θα είμαι ανεβασμένος, -η
θα έχουμε ανέβει/ανεβεί
θα είμαστε ανεβασμένοι, -ες
θα έχεις ανέβει/ανεβεί
θα είσαι ανεβασμένος, -η
θα έχετε ανέβει/ανεβεί
θα είστε ανεβασμένοι, -ες
θα έχει ανέβει/ανεβεί
θα είναι ανεβασμένος, -η, -ο
θα έχουν ανέβει/ανεβεί
θα είναι ανεβασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανεβαίνωνα ανεβαίνουμε, να ανεβαίνομε
να ανεβαίνειςνα ανεβαίνετε
να ανεβαίνεινα ανεβαίνουν(ε)
Aoristνα ανέβω, να ανεβώνα ανέβουμε, να ανέβομε, να ανεβούμε
να ανέβεις, να ανεβείςνα ανέβειτε, να ανεβείτε
να ανέβει, να ανεβείνα ανεβούν
Perfνα έχω ανέβει/ανεβεί
να είμαι ανεβασμένος, -η
να έχουμε ανέβει/ανεβεί
να είμαστε ανεβασμένοι, -ες
να έχεις ανέβει/ανεβεί
να είσαι ανεβασμένος, -η
να έχετε ανέβει/ανεβεί
να είστε ανεβασμένοι, -ες
να έχει ανέβει/ανεβεί
να είναι ανεβασμένος, -η, -ο
να έχουν ανέβει/ανεβεί
να είναι ανεβασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presανέβαινεανεβαίνετε
Aoristανέβαανεβείτε
Part
izip
Presανεβαίνοντας
Perfέχοντας ανέβει/ανεβεί, όντας ανεβασμένος
InfinAoristανέβει/ανεβεί










Weiterführende Links

Griechische Definition von ανεβαίνωανεβαίνω


Frage oder Kommentar zu ανεβαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15