ανεβάζω  Verb  [anevazo, anebazw]

Ähnliche Bedeutung wie ανεβάζω


Beispielsätze ανεβάζω

... 26 εκατομμύρια ποδοσφαιρίστριες και περίπου 5 εκατομμύρια διαιτητές, ανεβάζοντας τον αριθμό που ασχολούνται ενεργά με το ποδόσφαιρο στα 270 εκατομμύρια ...

... αυτά που χρειάζονταν. Παράλληλα πρόσφυγες συγκεντρώθηκαν στην πόλη, ανεβάζοντας τον πληθυσμό της σε 48.096 οικογένειες ή 271.157 άτομα από τα 157.889 ...

... μεγάλους συγγραφείς, είναι τιμή μου να συνεργάζομαι μαζί τους. Και με τον Ευριπίδη συνεργάσθηκα και συχνά συνεργάζομαι με τον Σαίξπηρ, γιατί ανεβάζω έργα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aufführen

... Elektroautos in Serienproduktion soll alle batterieelektrischen Elektroautos aufführen, die in Serienproduktion gefertigt und zugleich entweder im Eigenvertrieb ...

... Die Liste der Elektromotorroller soll alle Elektromotorroller aufführen, die im deutschsprachigen Raum zu erhalten sind. Die Werte „Höchstgeschwindigkeit“ ...

... Jungen in Deutschland beim Aufführen eines Puppenspiels ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΕbazo">ΒΑΖΩ
bazo">I put up
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανεβάζωανεβάζουμε, ανεβάζομε
ανεβάζειςανεβάζετε
ανεβάζειανεβάζουν(ε)
Imper
fekt
ανέβαζαανεβάζαμε
ανέβαζεςανεβάζατε
ανέβαζεανέβαζαν, ανεβάζαν(ε)
Aoristανέβασα, anebaino">ανέβηκαανεβάσαμε
ανέβασεςανεβάσατε
ανέβασεανέβασαν, ανεβάσαν(ε)
Per
fect
έχω ανεβάσειέχουμε ανεβάσει
έχεις ανεβάσειέχετε ανεβάσει
έχει ανεβάσειέχουν ανεβάσει
Plu
per
fect
είχα ανεβάσειείχαμε ανεβάσει
είχες ανεβάσειείχατε ανεβάσει
είχε ανεβάσειείχαν ανεβάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανεβάζωθα ανεβάζουμε, θα ανεβάζομε
θα ανεβάζειςθα ανεβάζετε
θα ανεβάζειθα ανεβάζουν(ε)
Fut
ur
θα ανεβάσωθα ανεβάσουμε, θα ανεβάζομε
θα ανεβάσειςθα ανεβάσετε
θα ανεβάσειθα ανεβάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανεβάσειθα έχουμε ανεβάσει
θα έχεις ανεβάσειθα έχετε ανεβάσει
θα έχει ανεβάσειθα έχουν ανεβάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανεβάζωνα ανεβάζουμε, να ανεβάζομε
να ανεβάζειςνα ανεβάζετε
να ανεβάζεινα ανεβάζουν(ε)
Aoristνα ανεβάσωνα ανεβάσουμε, να ανεβάσομε
να ανεβάσειςνα ανεβάσετε
να ανεβάσεινα ανεβάσουν(ε)
Perfνα έχω ανεβάσεινα έχουμε ανεβάσει
να έχεις ανεβάσεινα έχετε ανεβάσει
να έχει ανεβάσεινα έχουν ανεβάσει
Imper
ativ
Presανέβαζεανεβάζετε
Aoristανέβασεανεβάστε
Part
izip
Presανεβάζοντας
Perfέχοντας ανεβάσει
ανεβασμένος
InfinAoristανεβάσει








Weiterführende Links

Griechische Definition von ανεβάζωανεβάζω


Frage oder Kommentar zu ανεβάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15