αναστέλλω  Verb  [anastello, anastellw]

Ähnliche Bedeutung wie αναστέλλω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αναστέλλω

... επιβεβαιώθηκε αργότερα, σύμφωνα με τον οποίο, η ουσία δρα διεγερτικά, αναστέλλοντας την επενέργεια των παραγόντων που καταστέλλουν τα σωματικά αισθήματα ...

... σεροτονίνης εμπλέκονται στην εμφάνιση κατάθλιψης. Τα φάρμακα που επιλεκτικά αναστέλλουν την επαναπρόσληψη της σεροτονίνης αυξάνουν τα επίπεδα της ελεύθερης σεροτονίνης ...

... ήταν η περίοδος, κατά την οποία, λόγω κάποιας θρησκευτικής γιορτής, αναστέλλονταν οι εχθροπραξίες τη πόλης, αλλά και πολλές δημόσιες λειτουργίες, όπως ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΑΣΤΕΛΛΩ
I suspend
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναστέλλωαναστέλλουμε, αναστέλλομεαναστέλλομαιαναστελλόμαστε
αναστέλλειςαναστέλλετεαναστέλλεσαιαναστέλλεστε, αναστελλόσαστε
αναστέλλειαναστέλλουν(ε)αναστέλλεταιαναστέλλονται
Imper
fekt
ανέστελλααναστέλλαμεαναστελλόμουν(α)αναστελλόμαστε
ανέστελλεςαναστέλλατεαναστελλόσουν(α)αναστελλόσαστε
ανέστελλεανάστελλαν, αναστέλλαν(ε), ανέστελλαναναστελλόταν(ε)αναστέλλονταν
Aoristανέστειλααναστείλαμε
ανέστειλεςαναστείλατε
ανέστειλεανέστειλαν, αναστείλαν(ε)ανεστάλεανεστάλησαν
Per
fect
έχω αναστείλειέχουμε αναστείλειέχω ανασταλείέχουμε ανασταλεί
έχεις αναστείλειέχετε αναστείλειέχεις ανασταλείέχετε ανασταλεί
έχει αναστείλειέχουν αναστείλειέχει ανασταλείέχουν ανασταλεί
Plu
per
fect
είχα αναστείλειείχαμε αναστείλειείχα ανασταλείείχαμε ανασταλεί
είχες αναστείλειείχατε αναστείλειείχες ανασταλείείχατε ανασταλεί
είχε αναστείλειείχαν αναστείλειείχε ανασταλείείχαν ανασταλεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναστέλλωθα αναστέλλουμε, θα αναστέλλομεθα αναστέλλομαιθα αναστελλόμαστε
θα αναστέλλειςθα αναστέλλετεθα αναστέλλεσαιθα αναστέλλεστε, θα αναστελλόσαστε
θα αναστέλλειθα αναστέλλουν(ε)θα αναστέλλεταιθα αναστέλλονται
Fut
ur
θα αναστείλωθα αναστείλουμε, θα αναστείλομεθα ανασταλώθα ανασταλούμε
θα αναστείλειςθα αναστείλετεθα ανασταλείςθα ανασταλείτε
θα αναστείλειθα αναστείλουν(ε)θα ανασταλείθα ανασταλούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναστείλειθα έχουμε αναστείλειθα έχω ανασταλείθα έχουμε ανασταλεί
θα έχεις αναστείλειθα έχετε αναστείλειθα έχεις ανασταλείθα έχετε ανασταλεί
θα έχει αναστείλειθα έχουν αναστείλειθα έχει ανασταλείθα έχουν ανασταλεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναστέλλωνα αναστέλλουμε, να αναστέλλομενα αναστέλλομαινα αναστελλόμαστε
να αναστέλλειςνα αναστέλλετενα αναστέλλεσαινα αναστέλλεστε, να αναστελλόσαστε
να αναστέλλεινα αναστέλλουν(ε)να αναστέλλεταινα αναστέλλονται
Aoristνα αναστείλωνα αναστείλουμε, να αναστείλομενα ανασταλώνα ανασταλούμε
να αναστείλειςνα αναστείλετενα ανασταλείςνα ανασταλείτε
να αναστείλεινα αναστείλουν(ε)να ανασταλείνα ανασταλούν(ε)
Perfνα έχω αναστείλεινα έχουμε αναστείλεινα έχω ανασταλείνα έχουμε ανασταλεί
να έχεις αναστείλεινα έχετε αναστείλεινα έχεις ανασταλείνα έχετε ανασταλεί
να έχει αναστείλεινα έχουν αναστείλεινα έχει ανασταλείνα έχουν ανασταλεί
Imper
ativ
Presανάστελλεαναστέλλετεαναστέλλεστε
Aoristανέστειλεαναστείλετε, αναστείλτεανασταλείτε
Part
izip
Presαναστέλλοντας
Perfέχοντας αναστείλειαναστελεμένος, -η, -οαναστελεμένοι, -ες, -α
InfinAoristαναστείλειανασταλεί







Person Wortform
Präsens ich hemme
du hemmst
er, sie, es hemmt
Präteritum ich hemmte
Konjunktiv II ich hemmte
Imperativ Singular hemm!
hemme!
Plural hemmt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gehemmt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:hemmen




Griechische Definition zu αναστέλλω

αναστέλλω [anastélo] -ομαι Ρ αόρ. ανέστειλα, απαρέμφ. αναστείλει, παθ. αόρ. αναστάλθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και ανεστάλη, ανεστάλησαν, απαρέμφ. ανασταλεί : (για ενέργεια, λειτουργία κτλ.) διακόπτω προσωρινά: Ο εχθρός ανέστειλε την προέλασή του. Aναστέλλεται η έκδοση μιας εφημερίδας. Aναστέλλεται η απεργία. || (νομ.) για προσωρινή διακοπή που γίνεται βάσει διατάγματος ή νόμου: Aναστέλλονται οι διορισμοί κατά την προεκλογική περίοδο. Aναστέλλονται οι δημόσιες πληρωμές λόγω κηρύξεως πολέμου. Aναστέλλεται η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης / η άσκηση μιας δικαιοπραξίας.

[λόγ. < αρχ. ἀναστέλλω `τραβώ πίσω, συγκρατώ΄ & σημδ. γαλλ. suspendre, συν. του arrêter]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναστέλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15