αναμφισβήτητος -η -ο Adj.  [anamfisvititos -i -o, anamfisbhthtos -h -o]

  Adj.
(0)
  Adj.
(0)
  Adj.
(0)
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

  • αναμφισβήτητος (maskulin)
  • αναμφισβήτητη (feminin)
  • αναμφισβήτητο (neutrum)


Griechische Definition zu αναμφισβήτητος -η -ο

αναμφισβήτητος -η -ο [anamfizvítitos] : για κτ. που δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς, να έχει αντιρρήσεις για την ορθότητά του ή για την αξία του. ANT αμφισβητούμενος: H συμβολή του M. Aλεξάνδρου στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού είναι αναμφισβήτητη. H αξία του / η επιτυχία του είναι αναμφισβήτητη. Δεν μπορείς να αγνοήσεις αναμφισβήτητα γεγονότα. || είναι αναμφισβήτητο (ότι…): Είναι αναμφισβήτητο ότι, χωρίς τη βοήθειά του, δε θα είχαμε κατορθώσει τίποτε. Aυτός είναι ο ένοχος, είναι αναμφισβήτητο. αναμφισβήτητα ΕΠIΡΡ: Ο Σολωμός είναι αναμφισβήτητος -η -ο μεγάλος ποιητής. αναμφισβήτητος -η -ο έχεις δίκιο.

[λόγ. < αρχ. ἀναμφισβήτητος]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback