αναθέτω  Verb  [anatheto, anathetw]

Ähnliche Bedeutung wie αναθέτω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αναθέτω

... διαρκεί συνήθως μεταξύ δύο και έξι ημερών. Μέχρι τον Αύγουστο του 2004, η αναθέτουσα αρχή χορήγησε μόνο περιοχών .gr σε άτομα ή εταιρείες από την Ελλάδα και ...

... αυτοκράτορας για να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα την αυτοκρατορία, αναθέτει κάποιες εξουσίες σε «τοπικούς» κυβερνήτες (έπαρχους) που ασκούν εσωτερική ...

... να αποτελεί το βασικό επιθετικό εργαλείο της ομάδας. Πολλοί προπονητές αναθέτουν στο σούτινγκ γκαρντ να κυκλοφορεί και τη μπάλα (σε αυτή την περίπτωση ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zuteilen

... disponens, verwandt mit disponieren und Disposition) – auch Zuteiler genannt – ist für das Zuteilen von Ressourcen und Waren und das Einteilen von Personen ...

... (lateinisch locare, mittellateinisch allocare ‚platzieren‘, im weiteren Sinne ‚zuteilen‘) versteht man allgemein die Zuordnung von beschränkten Ressourcen zu potenziellen ...

... (lateinisch tributum „Abgabe“, „Steuer“; wörtlich „Zugeteiltes“, zu tribuere „zuteilen“) bezeichnet historisch eine Abgabe oder Steuer. Der Tribut wurde zum Zeichen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΑΘΕΤΩ
I offer
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναθέτωαναθέτουμε, αναθέτομεανατίθεμαιανατιθέμεθα
αναθέτειςαναθέτετεανατίθεσαιανατίθεσθε
αναθέτειαναθέτουν(ε)ανατίθεταιανατίθενται
Imper
fekt
ανέθετα, ανάθετααναθέταμε
ανέθετες, ανάθετεςαναθέτατε
ανέθετε, ανάθετεανέθεταν, ανάθεταν, αναθέταν(ε)ανετίθετοανετίθεντο
Aoristανέθεσα, ανάθεσααναθέσαμεανατέθηκαανατεθήκαμε
ανέθεσες, ανάθεσεςαναθέσατεανατέθηκεςανατεθήκατε
ανέθεσε, ανάθεσεανέθεσαν, ανάθεσαν, αναθέσαν(ε)ανατέθηκεανατέθηκαν, ανατεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αναθέσειέχουμε αναθέσειέχω ανατεθεί
είμαι ανατεθειμένος, -η
έχουμε ανατεθεί
είμαστε ανατεθειμένοι, -ες
έχεις αναθέσειέχετε αναθέσειέχεις ανατεθεί
είσαι ανατεθειμένος, -η
έχετε ανατεθεί
είστε ανατεθειμένοι, -ες
έχει αναθέσειέχουν αναθέσειέχει ανατεθεί
είναι ανατεθειμένος, -η, -ο
έχουν ανατεθεί
είναι ανατεθειμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αναθέσειείχαμε αναθέσειείχα ανατεθεί
ήμουν ανατεθειμένος, -η
είχαμε ανατεθεί
ήμαστε ανατεθειμένοι, -ες
είχες αναθέσειείχατε αναθέσειείχες ανατεθεί
ήσουν ανατεθειμένος, -η
είχατε ανατεθεί
ήσαστε ανατεθειμένοι, -ες
είχε αναθέσειείχαν αναθέσειείχε ανατεθεί
ήταν ανατεθειμένος, -η, -ο
είχαν ανατεθεί
ήταν ανατεθειμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναθέτωθα αναθέτουμε, θα αναθέτομεθα ανατίθεμαιθα ανατιθέμεθα
θα αναθέτειςθα αναθέτετεθα ανατίθεσαιθα ανατίθεσθε
θα αναθέτειθα αναθέτουν(ε)θα ανατίθεταιθα ανατίθενται
Fut
ur
θα αναθέσωθα αναθέσουμε, θα αναθέσομεθα ανατεθώθα ανατεθούμε
θα αναθέσειςθα αναθέσετεθα ανατεθείςθα ανατεθείτε
θα αναθέσειθα αναθέσουν(ε)θα ανατεθείθα ανατεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναθέσειθα έχουμε αναθέσειθα έχω ανατεθεί
θα είμαι ανατεθειμένος, -η
θα έχουμε ανατεθεί
θα είμαστε ανατεθειμένοι, -ες
θα έχεις αναθέσειθα έχετε αναθέσειθα έχεις ανατεθεί
θα είσαι ανατεθειμένος, -η
θα έχετε ανατεθεί
θα είστε ανατεθειμένοι, -ες
θα έχει αναθέσειθα έχουν αναθέσειθα έχει ανατεθεί
θα είναι ανατεθειμένος, -η, -ο
θα έχουν ανατεθεί
θα είναι ανατεθειμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναθέτωνα αναθέτουμε, να αναθέτομενα ανατίθεμαινα ανατιθέμεθα
να αναθέτειςνα αναθέτετενα ανατίθεσαινα ανατίθεσθε
να αναθέτεινα αναθέτουν(ε)να ανατίθεταινα ανατίθενται
Aoristνα αναθέσωνα αναθέσουμε, να αναθέσομενα ανατεθώνα ανατεθούμε
να αναθέσειςνα αναθέσετενα ανατεθείςνα ανατεθείτε
να αναθέσεινα αναθέσουν(ε)να ανατεθείνα ανατεθούν(ε)
Perfνα έχω αναθέσεινα έχουμε αναθέσεινα έχω ανατεθεί
να είμαι ανατεθειμένος, -η
να έχουμε ανατεθεί
να είμαστε ανατεθειμένοι, -ες
να έχεις αναθέσεινα έχετε αναθέσεινα έχεις ανατεθεί
να είσαι ανατεθειμένος, -η
να έχετε ανατεθεί
να είστε ανατεθειμένοι, -ες
να έχει αναθέσεινα έχουν αναθέσεινα έχει ανατεθεί
να είναι ανατεθειμένος, -η, -ο
να έχουν ανατεθεί
να είναι ανατεθειμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presανάθετεαναθέτετεανατίθεσθε
Aoristανέθεσεαναθέσετε, αναθέστεαναθέσουανατεθείτε
Part
izip
Presαναθέτοντας
Perfέχοντας αναθέσειανατεθειμένος, -η, -οανατεθειμένοι, -ες, -α
InfinAoristαναθέσειανατεθεί










Griechische Definition zu αναθέτω

αναθέτω [anaθéto] -ομαι, ανατίθεμαι [anatíθeme] Ρ αόρ. ανέθεσα και ανάθεσα, απαρέμφ. αναθέσει, παθ. ανατίθεμαι, ανατίθεσαι, ανατίθεται, ανατιθέμεθα, ανατίθεστε, ανατίθενται, και (προφ.) αναθέτομαι, αόρ. ανατέθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και ανετέθη, ανετέθησαν, απαρέμφ. ανατεθεί : δίνω εντολή σε κπ. ή συμφωνώ με κπ. να αναλάβει την εκτέλεση ενός έργου: Ο διοικητής τού ανέθεσε μια δύσκολη στρατιωτική αποστολή / την ένορκη διοικητική εξέταση. Οι έρευνες για πετρελαιοφόρα κοιτάσματα ανατέθηκαν σε ξένη εταιρεία. Θα του αναθέσουν τη διαχείριση της πολυκατοικίας. || εμπιστεύομαι σε κπ. ένα έργο, τον επιφορτίζω με κάποια υποχρέωση: Στη μητέρα έχει ανατεθεί η φροντίδα της οικογένειας.

[λόγ. < αρχ. ἀνατίθημι `τοποθετώ βάρος, αφιερώνω΄ με προσαρμ. στη δημοτ. κατά το τίθημι > θέτω (πρβ. μσν. αναθέτω ίδ. σημ.), σημδ. γαλλ. charger· λόγ. < αρχ. ἀνατίθεμαι]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναθέτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15