entwickeln
  Verb


Beispielsätze εξελίσσω

... βρεθούν οι παίκτες της επιτιθέμενης ομάδας όταν επηρεάζουν τη φάση που εξελίσσεται στο παιχνίδι. Με απλά λόγια, ο κανόνας ορίζει ότι ένας παίκτης δεν μπορεί ...

... κριτήρια. Από χρονολογική άποψη σημαντική είναι η κεραμική, η οποία, καθώς εξελίσσεται με σχετικά γοργούς ρυθμούς, επιτρέπει την οριοθέτηση σύντομων φάσεων ...

... αλληγοριών του ελευθεροτεκτονικού τυπικού. Καθώς ο ελευθεροτέκτονας εξελίσσεται δια μέσου «βαθμών», κερδίζει γνώση και κατανόηση του εαυτού του, της ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze entwickeln

... Blinde entwickeln manchmal eine ausgleichende Fähigkeit, die Nähe der Gegenstände um sie herum zu spüren. ...

... Wie findest du diese Fotos? Ich habe sie heute entwickeln lassen. ...

... Bitte entwickeln und drucken Sie diesen Film. ...

Quelle: MUIRIEL, al_ex_an_der, BraveSentry


Grammatik




ΕΜΦΑΝΙΖΩ
I appear
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εμφανίζωεμφανίζουμε, εμφανίζομεεμφανίζομαιεμφανιζόμαστε
εμφανίζειςεμφανίζετεεμφανίζεσαιεμφανίζεστε, εμφανιζόσαστε
εμφανίζειεμφανίζουν(ε)εμφανίζεταιεμφανίζονται
Imper
fekt
εμφάνιζαεμφανίζαμεεμφανιζόμουν(α)εμφανιζόμαστε, εμφανιζόμασταν
εμφάνιζεςεμφανίζατεεμφανιζόσουν(α)εμφανιζόσαστε, εμφανιζόσασταν
εμφάνιζεεμφάνιζαν, εμφανίζαν(ε)εμφανιζόταν(ε)εμφανίζονταν, εμφανιζόντανε, εμφανιζόντουσαν
Aoristεμφάνισαεμφανίσαμεεμφανίστηκαεμφανιστήκαμε
εμφάνισεςεμφανίσατεεμφανίστηκεςεμφανιστήκατε
εμφάνισεεμφάνισαν, εμφανίσαν(ε)εμφανίστηκεεμφανίστηκαν, εμφανιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω εμφανίσει
έχω εμφανισμένο
έχουμε εμφανίσει
έχουμε εμφανισμένο
έχω εμφανιστεί
είμαι εμφανισμένος, -η
έχουμε εμφανιστεί
είμαστε εμφανισμένοι, -ες
έχεις εμφανίσει
έχεις εμφανισμένο
έχετε εμφανίσει
έχετε εμφανισμένο
έχεις εμφανιστεί
είσαι εμφανισμένος, -η
έχετε εμφανιστεί
είστε εμφανισμένοι, -ες
έχει εμφανίσει
έχει εμφανισμένο
έχουν εμφανίσει
έχουν εμφανισμένο
έχει εμφανιστεί
είναι εμφανισμένος, -η, -ο
έχουν εμφανιστεί
είναι εμφανισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εμφανίσει
είχα εμφανισμένο
είχαμε εμφανίσει
είχαμε εμφανισμένο
είχα εμφανιστεί
ήμουν εμφανισμένος, -η
είχαμε εμφανιστεί
ήμαστε εμφανισμένοι, -ες
είχες εμφανίσει
είχες εμφανισμένο
είχατε εμφανίσει
είχατε εμφανισμένο
είχες εμφανιστεί
ήσουν εμφανισμένος, -η
είχατε εμφανιστεί
ήσαστε εμφανισμένοι, -ες
είχε εμφανίσει
είχε εμφανισμένο
είχαν εμφανίσει
είχαν εμφανισμένο
είχε εμφανιστεί
ήταν εμφανισμένος, -η, -ο
είχαν εμφανιστεί
ήταν εμφανισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εμφανίζωθα εμφανίζουμε, θα εμφανίζομεθα εμφανίζομαιθα εμφανιζόμαστε
θα εμφανίζειςθα εμφανίζετεθα εμφανίζεσαιθα εμφανίζεστε, θα εμφανιζόσαστε
θα εμφανίζειθα εμφανίζουν(ε)θα εμφανίζεταιθα εμφανίζονται
Fut
ur
θα εμφανίσωθα εμφανίσουμε, θα εμφανίζομεθα εμφανιστώθα εμφανιστούμε
θα εμφανίσειςθα εμφανίσετεθα εμφανιστείςθα εμφανιστείτε
θα εμφανίσειθα εμφανίσουν(ε)θα εμφανιστείθα εμφανιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εμφανίσει
θα έχω εμφανισμένο
θα έχουμε εμφανίσει
θα έχουμε εμφανισμένο
θα έχω εμφανιστεί
θα είμαι εμφανισμένος, -η
θα έχουμε εμφανιστεί
θα είμαστε εμφανισμένοι, -ες
θα έχεις εμφανίσει
θα έχεις εμφανισμένο
θα έχετε εμφανίσει
θα έχετε εμφανισμένο
θα έχεις εμφανιστεί
θα είσαι εμφανισμένος, -η
θα έχετε εμφανιστεί
θα είστε εμφανισμένοι, -ες
θα έχει εμφανίσει
θα έχει εμφανισμένο
θα έχουν εμφανίσει
θα έχουν εμφανισμένο
θα έχει εμφανιστεί
θα είναι εμφανισμένος, -η, -ο
θα έχουν εμφανιστεί
θα είναι εμφανισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εμφανίζωνα εμφανίζουμε, να εμφανίζομενα εμφανίζομαινα εμφανιζόμαστε
να εμφανίζειςνα εμφανίζετενα εμφανίζεσαινα εμφανίζεστε, να εμφανιζόσαστε
να εμφανίζεινα εμφανίζουν(ε)να εμφανίζεταινα εμφανίζονται
Aoristνα εμφανίσωνα εμφανίσουμε, να εμφανίσομενα εμφανιστώνα εμφανιστούμε
να εμφανίσειςνα εμφανίσετενα εμφανιστείςνα εμφανιστείτε
να εμφανίσεινα εμφανίσουν(ε)να εμφανιστείνα εμφανιστούν(ε)
Perfνα έχω εμφανίσει
να έχω εμφανισμένο
να έχουμε εμφανίσει
να έχουμε εμφανισμένο
να έχω εμφανιστεί
να είμαι εμφανισμένος, -η
να έχουμε εμφανιστεί
να είμαστε εμφανισμένοι, -ες
να έχεις εμφανίσει
να έχεις εμφανισμένο
να έχετε εμφανίσει
να έχετε εμφανισμένο
να έχεις εμφανιστεί
να είσαι εμφανισμένος, -η
να έχετε εμφανιστεί
να είστε εμφανισμένοι, -ες
να έχει εμφανίσει
να έχει εμφανισμένο
να έχουν εμφανίσει
να έχουν εμφανισμένο
να έχει εμφανιστεί
να είναι εμφανισμένος, -η, -ο
να έχουν εμφανιστεί
να είναι εμφανισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεμφάνιζεεμφανίζετεεμφανίζεστε
Aoristεμφάνισεεμφανίστεεμφανίσουεμφανιστείτε
Part
izip
Presεμφανίζονταςεμφανιζόμενος
Perfέχοντας εμφανίσει, έχοντας εμφανισμένοεμφανισμένος, -η, -οεμφανισμένοι, -ες, -α
InfinAoristεμφανίσειεμφανιστεί


Frage oder Kommentar zu entwickeln

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15