eingestehen
  Verb

ομολογώ  Verb
(2)
DeutschGriechisch
Frau Präsidentin, als agrarpolitischer Sprecher der zahlreichsten Fraktion dieses Parlaments muß ich meine Unfähigkeit eingestehen, mich ernsthaft und wohlüberlegt zu den Änderungsanträgen zu äußern.Κύριε Πρόεδρε, ως εκπρόσωπος για τα αγροτικά θέματα της πιο πολυάριθμης πολιτικής ομάδας στο Κοινοβούλιο, ομολογώ ότι δεν είμαι σε θέση να εκφέρω μία σοβαρή και κριτική άποψη επί των τροπολογιών.

Deutsche Synonyme zu eingestehen

  • einräumen
  • beichten
  • gestehen
  • zugeben
  • bekennen
  • offenbaren
  • herausrücken mit
  • eingestehen
  • einbekennen

Ähnliche Wörter zu eingestehen

Noch keine ähnlichen Wörter.


Grammatik




ΟΜΟΛΟΓΩ
I confess
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ομολογώομολογούμεομολογούμαιομολογούμαστε
ομολογείςομολογείτεομολογείσαιομολογείστε
ομολογείομολογούν(ε)ομολογείταιομολογούνται
Imper
fekt
ομολογούσαομολογούσαμεομολογούμουνομολογούμαστε
ομολογούσεςομολογούσατε
ομολογούσεομολογούσαν(ε)ομολογούνταν, ομολογείτοομολογούνταν, ομολογούντο
Aoristομολόγησαομολογήσαμεομολογήθηκαομολογηθήκαμε
ομολόγησεςομολογήσατεομολογήθηκεςομολογηθήκατε
ομολόγησεομολόγησαν, ομολογήσαν(ε)ομολογήθηκεομολογήθηκαν, ομολογηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω ομολογήσει
έχω ομολογημένο
έχουμε ομολογήσει
έχουμε ομολογημένο
έχω ομολογηθεί
είμαι ομολογημένος, -η
έχουμε ομολογηθεί
είμαστε ομολογημένοι, -ες
έχεις ομολογήσει
έχεις ομολογημένο
έχετε ομολογήσει
έχετε ομολογημένο
έχεις ομολογηθεί
είσαι ομολογημένος, -η
έχετε ομολογηθεί
είστε ομολογημένοι, -ες
έχει ομολογήσει
έχει ομολογημένο
έχουν ομολογήσει
έχουν ομολογημένο
έχει ομολογηθεί
είναι ομολογημένος, -η, -ο
έχουν ομολογηθεί
είναι ομολογημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα ομολογήσει
είχα ομολογημένο
είχαμε ομολογήσει
είχαμε ομολογημένο
είχα ομολογηθεί
ήμουν ομολογημένος, -η
είχαμε ομολογηθεί
ήμαστε ομολογημένοι, -ες
είχες ομολογήσει
είχες ομολογημένο
είχατε ομολογήσει
είχατε ομολογημένο
είχες ομολογηθεί
ήσουν ομολογημένος, -η
είχατε ομολογηθεί
ήσαστε ομολογημένοι, -ες
είχε ομολογήσει
είχε ομολογημένο
είχαν ομολογήσει
είχαν ομολογημένο
είχε ομολογηθεί
ήταν ομολογημένος, -η, -ο
είχαν ομολογηθεί
ήταν ομολογημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ομολογώθα ομολογούμεθα ομολογούμαιθα ομολογούμαστε
θα ομολογείςθα ομολογείτεθα ομολογείσαιθα ομολογείστε
θα ομολογείθα ομολογούν(ε)θα ομολογείταιθα ομολογούνται
Fut
ur
θα ομολογήσωθα ομολογήσουμεθα ομολογηθώθα ομολογηθούμε
θα ομολογήσειςθα ομολογήσετεθα ομολογηθείςθα ομολογηθείτε
θα ομολογήσειθα ομολογήσουν(ε)θα ομολογηθείθα ομολογηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ομολογήσει
θα έχω ομολογημένο
θα έχουμε ομολογήσει
θα έχουμε ομολογημένο
θα έχω ομολογηθεί
θα είμαι ομολογημένος, -η
θα έχουμε ομολογηθεί
θα είμαστε ομολογημένοι, -ες
θα έχεις ομολογήσει
θα έχεις ομολογημένο
θα έχετε ομολογήσει
θα έχετε ομολογημένο
θα έχεις ομολογηθεί
θα είσαι ομολογημένος, -η
θα έχετε ομολογηθεί
θα είστε ομολογημένοι, -η
θα έχει ομολογήσει
θα έχει ομολογημένο
θα έχουν ομολογήσει
θα έχουν ομολογημένο
θα έχει ομολογηθεί
θα είναι ομολογημένος, -η, -ο
θα έχουν ομολογηθεί
θα είναι ομολογημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ομολογώνα ομολογούμενα ομολογούμαινα ομολογούμαστε
να ομολογείςνα ομολογείτενα ομολογείσαινα ομολογείστε
να ομολογείνα ομολογούν(ε)να ομολογείταινα ομολογούνται
Aoristνα ομολογήσωνα ομολογήσουμε, να ομολογήσομενα ομολογηθώνα ομολογηθούμε
να ομολογήσειςνα ομολογήσετενα ομολογηθείςνα ομολογηθείτε
να ομολογήσεινα ομολογήσουν(ε)να ομολογηθείνα ομολογηθούν(ε)
Perfνα έχω ομολογήσει
να έχω ομολογημένο
να έχουμε ομολογήσει
να έχουμε ομολογημένο
να έχω ομολογηθεί
να είμαι ομολογημένος, -η
να έχουμε ομολογηθεί
να είμαστε ομολογημένοι, -ες
να έχεις ομολογήσει
να έχεις ομολογημένο
να έχετε ομολογήσει
να έχετε ομολογημένο
να έχεις ομολογηθεί
να είσαι ομολογημένος, -η
να έχετε ομολογηθεί
να είστε ομολογημένοι, -ες
να έχει ομολογήσει
να έχει ομολογημένο
να έχουν ομολογήσει
να έχουν ομολογημένο
να έχει ομολογηθεί
να είναι ομολογημένος, -η, -ο
να έχουν ομολογηθεί
να είναι ομολογημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presομολογείτεομολογείστε
Aoristομολόγησεομολογήστε, ομολογήσετεομολογήσουομολογηθείτε
Part
izip
Presομολογώντας
Perfέχοντας ομολογήσει, έχοντας ομολογημένοομολογημένος, -η, -οομολογημένοι, -ες, -α
InfinAoristομολογήσειομολογηθεί


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback