έρευνα  

  • Nachforschung
  • wissenschaftliche Forschung
  • Forschung

Beispielsätze

Ο αρχιμηχανικός έκανε έρευνα με τον βοηθό του χέρι χέρι.

Έκανα λίγη έρευνα.

Από την έρευνα δεν προέκυψε κάτι ύποπτο.

Quelle: mstefanovits, \N, emigonza


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

erevna, ereyna


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ έρευνα έρευνες
Genitiv έρευνας ερευνών
Akkusativ έρευνα έρευνες
Vokativ έρευνα έρευνες
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15