αναγκαστικά Adv.  [anagkastika]

  Adj.
(319)
  Adj.
(16)

Etymologie zu αναγκαστικά

αναγκαστικά αναγκαστικός


GriechischDeutsch
Μια ανοικτή, διαφανής και χωρίς διακρίσεις διαδικασία επιλογής με την οποία το κράτος μεταβιβάζει την επιχείρηση μετά από προηγούμενη ανακεφαλαιοποίηση (για ποσό μεγαλύτερο από την τιμή πώλησης) δεν επιτρέπει αναγκαστικά να αποκλειστεί η ύπαρξη ενίσχυσης που θα μπορούσε να ωφελήσει ταυτόχρονα την ιδιωτικοποιθείσα επιχείρηση και τον αγοραστή της.Ein offenes, transparentes und nicht diskriminierendes öffentliches Auswahlverfahren, bei dem der Staat das Unternehmen nach einer vorherigen Kapitalaufstockung (die höher als der Kaufpreis ist) veräußert, ermöglicht es nicht unbedingt, das Vorliegen einer Beihilfe auszuschließen, die sowohl dem privatisierten Unternehmen als auch seinem Käufer zugute kommen kann.

Übersetzung bestätigt

Ειδικά τα βυτιοφόρα μέγιστης μάζας κάτω των 4 τόνων για τοπικές μεταφορές πετρελαίου θέρμανσης (UN 1202) πρέπει να είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις των 9.2.2.3, 9.2.2.6, 9.2.4.3 και 9.2.4.5. αλλά όχι αναγκαστικά των υπολοίπων παραγράφων.Spezielle Tankfahrzeuge mit einer Gesamtmasse von weniger als 4 Tonnen, die für die lokale Beförderung von Heizöl (UN 1202) bestimmt sind, müssen den Vorschriften der Kapitel 9.2.2.3, 9.2.2.6, 9.2.4.3 und 9.2.4.5, aber nicht unbedingt den anderen Vorschriften entsprechen.

Übersetzung bestätigt

«πρόδρομη αρωματική ύλη», προϊόν, που δεν έχει αναγκαστικά αρωματικές ιδιότητες, που προστίθεται σκοπίμως σε τρόφιμο με μοναδικό σκοπό την πρόσδοση γεύσης, με διάσπαση ή αντίδραση με άλλα συστατικά κατά την επεξεργασία τροφίμου μπορεί να λαμβάνεται από:„Aromavorstufe“: Erzeugnis, das nicht unbedingt selbst Aromaeigenschaften besitzt und das Lebensmitteln nur in der Absicht zugesetzt wird, sie durch Abbau oder durch Reaktion mit anderen Bestandteilen während der Lebensmittelverarbeitung zu aromatisieren; sie kann gewonnen werden aus:

Übersetzung bestätigt

«αρωματική ύλη θερμικής επεξεργασίας», προϊόν που λαμβάνεται ύστερα από θερμική επεξεργασία από μείγμα συστατικών που δεν έχουν αναγκαστικά αρωματικές ιδιότητες και από τα οποία ένα τουλάχιστον περιέχει άζωτο (αμινική ομάδα) και ένα άλλο είναι ανάγον σάκχαρο· τα συστατικά για την παρασκευή αρωματικών υλών θερμικής επεξεργασίας μπορεί να είναι:„thermisch gewonnenes Reaktionsaroma“: Erzeugnis, das durch Erhitzen einer Mischung aus verschiedenen Zutaten gewonnen wird, die nicht unbedingt selbst Aromaeigenschaften besitzen, von denen mindestens eine Zutat Stickstoff (Aminogruppe) enthält und eine andere ein reduzierender Zucker ist; als Zutaten für die Herstellung thermisch gewonnener Reaktionsaromen kommen in Frage:

Übersetzung bestätigt

50 Τα Δ.Π.Χ.A. εφαρμόζονται μόνο στις οικονομικές καταστάσεις και όχι αναγκαστικά σε άλλες πληροφορίες που παρουσιάζονται στην ετήσια αναφορά, σε έγγραφα που υποβάλλονται σε ρυθμιστική αρχή ή σε άλλο έγγραφο.50 IFRS werden nur auf den Abschluss angewandt und nicht unbedingt auf andere Informationen, die in einem Geschäftsbericht, in gesetzlich vorgeschriebenen Unterlagen oder in einem anderen Dokument dargestellt werden.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Noch keine Grammatik zu αναγκαστικά.



Griechische Definition zu αναγκαστικά

αναγκαστικά [anaŋgastiká] adv

perforce (syn κατανάγκη):
κάνω κάτι αναγκαστικά do sth reluctantly |
το είπα αναγκαστικά |
ήρθα αναγκαστικά |
θα είμαι αναγκαστικά σύντομος |
το βαμπάκι συγκρατείται αναγκαστικά σε χαμηλές τιμές |
με τέτοιο διαβολόκαιρο θα κοιμηθούμ' εδώ απόψε αναγκαστικά |
η κηδεία θα περνούσε αναγκαστικάκάτω από το σπίτι του (Petsadivs) |
το κορίτσι έχασε αναγκαστικά την τιμή του |
ο ολοκληρωτισμός οδηγεί αναγκαστικά στον πνευματικό και επιστημονικό μαρασμό (IPesmazoglou) |
η δύναμη αναγκαστικά γεννάει δικαιώματα (Kazantz) |
δεν υπήρχε μονάχα ένας δρόμος να τον ακολουθήσω αναγκαστικά (Karagatsis) |
σχηματική θα είναι αναγκαστικά η θεώρησή μου (Papatsonis) |
ο πιο μεγάλος αριστοτέχνης του στίχου δεν είναι αναγκαστικά και ένας μεγάλος ποιητής (Tsatsos) |
η μεροληψία δεν οδηγεί πάντοτε και αναγκαστικά στην ανακρίβεια (Kanellop) |
ατέλεια έχει αναγκαστικά κάθε ανθρώπινη επιστήμη (Theodoridis) |
στις αντιφατικές έννοιες, εφόσον απορρίψομε τη μιαν έννοια, θα παραδεχτούμε αναγκαστικά την άλλη (Papanoutsos)
[der of αναγκαστικός; cf αναγκαστικώς]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback