Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



νυχτοπερπάτημα

νυχτοπερπάτημα Etymologie fehlt


νεάνις

νεάνις Etymologie fehlt


μητροκτονία

μητροκτονία μητροκτόνος μητρο- ( μήτηρ, Genitiv μητρός) + -κτόνος / -κτονία ( κτείνω)


κλινοστρωμνή

κλινοστρωμνή Etymologie fehlt


θυμοσοφία

θυμοσοφία θυμόσοφ(ος) -ία [1]


θάπτω

θάπτω altgriechisch θάπτω


επιστημονισμός

επιστημονισμός επιστήμη + -ονίζω/-ονισμός/-ισμός


δεσπόζω

δεσπόζω altgriechisch δεσπόζω δεσπότης proto-indogermanisch *déms pótis *dṓm (σπίτι, δόμος) + *pótis (κύριος)


ανταπόδειξη

ανταπόδειξη αντ- + απόδειξη


σωματοποίηση

σωματοποίηση (λόγιο) Koine-Griechisch σωματοποίη(σις) + -ση[1]


στοίχειωμα

στοίχειωμα Etymologie fehltτο να γίνεται σκοτωμένος στοιχειό ή η παρουσία στοιχειού σε έναν τόπο


πυρπολικό

πυρπολικό substantiviertes Neutrum des Adjektivs: πυρπολικός πυρπολώ altgriechisch πυρπολέω / πυρπολῶ πυρπόλος πῦρ ( proto-indogermanisch *péh₂wr̥) + πέλω ( proto-indogermanisch *kʷel-: κινώ, γυρίζω)


πλαστογραφώ

πλαστογραφώ Etymologie fehlt


παράφυλλο

παράφυλλο Etymologie fehlt


μεταλλωρυχείο

μεταλλωρυχείο μεταλλωρύχος + -είο


ιντερμέδιο

ιντερμέδιο italienisch intermedio lateinisch intermedius inter + medius proto-italienisch *meðios indoeuropäisch (Wurzel) *médʰyos ‎(μέσος) *me-dʰi- ‎ *me ‎(με)


δαφνέλαιο

δαφνέλαιο Koine-Griechisch δαφνέλαιον δάφνη + ἔλαιον


βραδύνω

βραδύνω altgriechisch βραδύνω βραδύς


αποτεφρωτήρας

αποτεφρωτήρας ρήμα αποτεφρώνω (αποτεφρω-) + επίθημα -τήρας


ψωμιέρα

ψωμιέρα Etymologie fehlt


συγχρονικότητα


κόνισμα

κόνισμα εικόνισμα με αποβολή του αρχικού συμφώνου


εκβλάστηση

εκβλάστηση Koine-Griechisch ἐκβλάστησις altgriechisch ἐκβλαστάνω


βροντοφωνάζω

βροντοφωνάζω βροντή + φωνάζω


αρπίστρια

αρπίστρια αρπιστής + -τρια


στρυχνίνη

στρυχνίνη (entlehnt aus) französisch strychnine altgriechisch στρύχνος Wort verwendet ab 1842


ζωοκλέφτης

ζωοκλέφτης ζώο + κλέφτης


επιφυλάσσω

επιφυλάσσω επί + φυλάσσω


ελευθεροφροσύνη

ελευθεροφροσύνη ελευθερόφρων + -οσύνη


γραφεύς

γραφεύς altgriechisch γραφεύς


γκαζώνω

γκαζώνω γκάζ(ι) + -ώνω


γιούκος

γιούκος türkisch yük prototürkisch *yü- (φορτώνω, μεταφέρω)


ανθολόγημα

ανθολόγημα ανθολογώ + -μα


ακόπως


τσαγκάρικο

τσαγκάρικο Etymologie fehlt


τηλεγραφείο

τηλεγραφείο Etymologie fehlt


συντρόφι

συντρόφι σύντροφος + -ι


μπλουζόν

μπλουζόν (γαλλικά) blouson


κιοφτές

κιοφτές türkisch köfte


κειμενογλωσσολογία

κειμενογλωσσολογία κείμενο + -ο- + γλωσσολογία ((Lehnübersetzung) englisch text linguistics)


επαρκώ

επαρκώ altgriechisch ἐπαρκέω / ἐπαρκῶ


βραδύτης

βραδύτης Etymologie fehlt


ωραιοποιώ

ωραιοποιώ ωραίος + -ποιώ


ψείρισμα

ψείρισμα ψειρίζω + -μα


ταχογράφος

ταχογράφος Etymologie fehlt


ραχιτισμός

ραχιτισμός Etymologie fehlt


παράσπιτο

παράσπιτο Etymologie fehlt


μεταλαβιά

μεταλαβιά μεταλαβαίνω + -ιά


μαλλούρα

μαλλούρα Augmentativ του μαλλί + -ούρα


καπιτάλας

καπιτάλας καπιταλισμός


δασμολόγηση

δασμολόγηση δασμολογώ


συστατικός

συστατικός altgriechisch συστατικός συνίστημι σύν + ἵστημι proto-indogermanisch *stísteh₂- *steh₂- (ἵστημι)


νηματουργία

νηματουργία νήμα + -ουργία ( έργο)


μπανιερό

μπανιερό μπάνιο + -ερό italienisch bagno lateinisch balneum balineum altgriechisch βαλανεῖον (αντιδάνειο)


μόσκος


ευλόγηση

ευλόγηση Koine-Griechisch εὐλόγησις


εθναρχία

εθναρχία Koine-Griechisch ἐθναρχία


γονατιστά

στα τάματα πολλοί περπατούν γονατιστά μέσα στην εκκλησία ή και διασχίζουν μεγάλες αποστάσεις με αυτό τον τρόπο


χέζω

χέζω altgriechisch χέζω proto-indogermanisch *ǵʰéd-


συσταλτικότητα

συσταλτικότητα Etymologie fehlt


συσσωμάτωμα

συσσωμάτωμα συσσωματώνω + -μα


στρύχνος

στρύχνος altgriechisch στρύχνος


ξεμπροστιάζω

ξεμπροστιάζω ξε- + μπροστά


μαγκίτης

μαγκίτης Etymologie fehlt


εφημεριδογραφία

εφημεριδογραφία εφημεριδογράφος + -ία


γλυκατζής

γλυκατζής γλυκά + -τζής


αρχειοθετώ

αρχειοθετώ αρχείο + θέτω


αριστοτελισμός

αριστοτελισμός Etymologie fehlt


απονήρευτος

απονήρευτος mittelgriechisch απονήρευτος α- + πονηρεύομαι


ανθρωποθάλασσα

ανθρωποθάλασσα ανθρωπο- + θάλασσα


πεζόβολο

πεζόβολο Etymologie fehlt


ξορκιστής

ξορκιστής εξορκιστής


μπροστάντζα

μπροστάντζα μπροστά


λαοπλάνος

λαοπλάνος λαός + πλάνος


δρυοκολάπτης

δρυοκολάπτης altgriechisch δρυοκολάπτης


δίκλωνος

※ Στη δημοσιά σαν αγκαλιά / δίκλωνη ενός διαβήτη, / του αγέρα δάχτυλα στη χήτη / και μίλια στην κοιλιά (Γιώργος Σεφέρης, Αυτοκίνητο)


βολφράμιο

βολφράμιο deutsch Wolfram Wolf (λύκος) + Ram (βρώμα, καπνιά) ή Rahm (κρέμα)


φυλλομετρώ

φυλλομετρώ φύλλα (βιβλίου) + μετρώ (για να αποδοθεί κατά τον 19ο αιώνα το γαλλικό feuilleter)


φαγοκύτταρο

φαγοκύτταρο φαγ- (ἔφαγον) + κύτταρο (entlehnt aus) englisch phagocyte ἔφαγον + κύτος


συμπτύσσω

συμπτύσσω altgriechisch συμπτύσσω σύν + πτύσσω ((Lehnbedeutung) französisch replier)


ντιζέζ

ντιζέζ französisch diseuse, Femininum von diseur disant +‎ -eur dire μέση französisch dire παλαιά γαλλικά dire lateinisch dicere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος dico proto-italienisch *deikō indoeuropäisch (Wurzel) *déyḱti (δείκνυμι) *deyḱ-


νανισμός

νανισμός νάνος


μικροδείχνω

μικροδείχνω μικρός + δείχνω


λεβάντες

λεβάντες italienisch levante μέσα γαλλικά levant λατινικά levo


κρανιακός

κρανιακός Etymologie fehlt


κακογλωσσιά

κακογλωσσιά κακο- + -γλωσσιά


διασκευάζω

διασκευάζω Koine-Griechisch διασκευάζω altgriechisch διασκευάζομαι διά + σκευάζω σκευή ((Lehnübersetzung) französisch arranger)


γκρενά

γκρενά französisch grenat grenade lateinisch (pomum) granatum, Maskulinum von granatus granum indoeuropäisch (Wurzel) *ǵrHnom / *g̑er (κόκκος)


γεφυροπλάστιγγα

γεφυροπλάστιγγα γέφυρ(α) + -ο- + πλάστιγγα ((Lehnübersetzung) deutsch Brückenwaage)[1][2]


αυτανάφλεξη

αυτανάφλεξη αυτ- + ανάφλεξη, (Lehnübersetzung) englisch autoignition[1]


άρρενας

άρρενας altgriechisch ἄρρην


φεγγίτης

φεγγίτης φέγγω


συνεργώ

συνεργώ Etymologie fehlt


σταυρόκομπος

σταυρόκομπος Etymologie fehlt


σαλαμάνδρα

σαλαμάνδρα Etymologie fehlt


πασπάλη

πασπάλη altgriechisch πασπάλη


παιδεμός

παιδεμός παιδεύω


ορθοφροσύνη

ορθοφροσύνη ορθο(φρονώ) + -φροσύνη κατά το σωφροσύνη


νευρογλοία

νευρογλοία Etymologie fehlt


μερίζω

μερίζω altgriechisch μερίζω μερίς→μερίδα



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback