{η}  ψυχή  Subst.  [psichi, psyxh]


GriechischDeutsch
"Φυλακισμένη ψυχή, βγες από την φυλακή σου."Gefangene Seele, komm aus deinem Gefängnis!"
ψυχή σου θα απελευθερωθεί από το σώμα σου τα μεσάνυχτα."Deine Seele ist um Mitternacht freigeworden.
Τώρα για έναν χρόνο, θα κουβαλάς ψυχές από την γη.Jetzt musst du die Seelen von der Erde holen!"
"Φυλακισμένη ψυχή, βγες από την φυλακή σου!""Gefangene Seele, komm aus deinem Gefängnis!"
Κύριε, άσε την ψυχή μου να ωριμάσει, προτού την δρέψεις!"'Gott, lass meine Seele vor der Ernte reifen!" '
"Κύριε, άσε την ψυχή μου να ωριμάσει, προτού να την δρέψεις.""Gott, lass meine Seele vor der Ernte reifen!"
"Θα μαστιγώσω το αμαρτωλό σου σώμα και την φτωχή ψυχή σου σε θεραπεία πίστης.""Ich werde deinen sündigen Körper und deine arme Seele zum Gesundbeten peitschen."
Τώρα η ψυχή μου σίγουρα είναι καταδικασμένη."Jetzt ist meine Seele sicher verdammt."
Νιώθω πως βγαίνει από εσένα...περνάει στα χέρια... μέχρι να φτάσει στην ψυχή...Ich fühle es von euch kommen... die Arme entlang ... bis es schließlich die Seele erfaßt...
Ο Big Jim κύταξε βαθιά στα μάτια τον Black Larson και είδε εκεί τη μαύρη ψυχή του.Big Jim schaute Black Larson tief in die Augen und sah die Seele eines Schurken.

Synonyme zu ψυχή

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie ψυχή

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu ψυχή

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu ψυχή

Noch keine deutschen Synonyme




Griechische Definition zu ψυχή

ψυχή η [psixí] : 1α.το ένα από τα δύο βασικά στοιχεία που συνθέτουν την ανθρώπινη φύση: Ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή. Οι δυο τους είναι ένα σώμα, μια ψυχή, συνεννοούνται πολύ καλά, ταιριάζουν. (τρυφερή προσφών.): ψυχή μου! || (φιλοσ.) ψυχή του κόσμου, αρχή της ενότητας και της κίνησης του κόσμου σύμφωνα με μερικούς αρχαίους και νεότερους φιλοσόφους. ΦΡ βγάζω την ψυχή κάποιου (ανάποδα), ταλαιπωρώ κπ.: Mου έβγαλε την ψυχή ώσπου να με εξυπηρετήσει. μου βγαίνει η ψυχή (ανάποδα), ταλαιπωρούμαι: Mου βγήκε η ψυχή, ώσπου να τελειώσω τη δουλειά. με την ψυχή στο στόμα, για άνθρωπο που αγωνιά: Περίμενε τα αποτελέσμα τα με την ψυχή στο στόμα. πήγε η ψυχή μου στην Kούλουρη*. άβυσσος* η ψυχή του ανθρώπου. τι ψυχή έχει κτ;, τι αξία έχει;, για κτ. που θεωρείται ευτελούς αξίας: ψυχή έχει ένα κατοστάρικο; β. (θεολ.) το άυλο στοιχείο του ανθρώ που που, ύστερα από το θάνατο του σώματος, αποκτά αυτόνομη ύπαρξη: Σώζω / χάνω την ψυχή μου. H σωτηρία της ψυχής. (ειρ. για ηλικιωμένο) Kαλή ψυχή. (ευχή για νεκρό) ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή του. (όρκος) στην ψυχή του πατέρα μου! (έκφρ.) τι ψυχή θα παραδώσεις;, για άνθρωπο κακό, αμαρτωλό που του θυμίζουμε την ώρα της κρίσεως. ΦΡ πουλώ* την ψυχή μου στο διάβολο. ΠAΡ ΦΡ παρηγοριά* στον άρρωστο, ώσπου να βγει η ψυχή του. (γνωμ.) πρώτα βγαίνει η ψυχή κι ύστερα το χούι*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ψυχή

Noch keine Fragen.




Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15