χύνω  Verb  [chino, xynw]

Ähnliche Bedeutung wie χύνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χύνω

... Hiduplah Indonesia Raya! Ινδονησία πατρίδα μου, το χώμα που χύνω το αίμα μου Στέκομαι εδώ, σαν στατιώτης της μητέρας πατρίδας μου Ινδονησία η εθνικότητά μου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schütten

... Um einem üblen Geruch der Mülltonnen wirksam vorzubeugen, schütten Sie bitte auf den Boden des Müllsacks vor dem Gebrauch ein paar Zentimeter Katzenstreu. ...

... Die Leute schütten einem Schankwirt oft ihr Herz aus. ...

Quelle: al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΧΥΝΩ
I pour
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χύνω, ../diaxeo/index">-χέωχύνουμε, χύνομεχύνομαιχυνόμαστε
χύνειςχύνετεχύνεσαιχύνεστε, χυνόσαστε
χύνειχύνουν(ε)χύνεταιχύνονται
Imper
fekt
έχυναχύναμεχυνόμουν(α)χυνόμαστε, χυνόμασταν
έχυνεςχύνατεχυνόσουν(α)χυνόσαστε, χυνόσασταν
έχυνεέχυναν, χύναν(ε)χυνόταν(ε)χύνονταν, χυνόντανε, χυνόντουσαν
Aoristέχυσαχύσαμεχύθηκαχυθήκαμε
έχυσεςχύσατεχύθηκεςχυθήκατε
έχυσεέχυσαν, χύσαν(ε)χύθηκεχύθηκαν, χυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω χύσει
έχω χυμένο
έχουμε χύσει
έχουμε χυμένο
έχω χυθεί
είμαι χυμένος, -η
έχουμε χυθεί
είμαστε χυμένοι, -ες
έχεις χύσει
έχεις χυμένο
έχετε χύσει
έχετε χυμένο
έχεις χυθεί
είσαι χυμένος, -η
έχετε χυθεί
είστε χυμένοι, -ες
έχει χύσει
έχει χυμένο
έχουν χύσει
έχουν χυμένο
έχει χυθεί
είναι χυμένος, -η, -ο
έχουν χυθεί
είναι χυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα χύσει
είχα χυμένο
είχαμε χύσει
είχαμε χυμένο
είχα χυθεί
ήμουν χυμένος, -η
είχαμε χυθεί
ήμαστε χυμένοι, -ες
είχες χύσει
είχες χυμένο
είχατε χύσει
είχατε χυμένο
είχες χυθεί
ήσουν χυμένος, -η
είχατε χυθεί
ήσαστε χυμένοι, -ες
είχε χύσει
είχε χυμένο
είχαν χύσει
είχαν χυμένο
είχε χυθεί
ήταν χυμένος, -η, -ο
είχαν χυθεί
ήταν χυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χύνωθα χύνουμεθα χύνομαιθα χυνόμαστε
θα χύνειςθα χύνετεθα χύνεσαιθα χύνεστε, θα χυνόσαστε
θα χύνειθα χύνουνθα χύνεταιθα χύνονται
Fut
ur
θα χύσωθα χύσουμεθα χυθώθα χυθούμε
θα χύσειςθα χύσετεθα χυθείςθα χυθείτε
θα χύσειθα χύσουνθα χυθείθα χυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χύσει
θα έχω χυμένο
θα έχουμε χύσει
θα έχουμε χυμένο
θα έχω χυθεί
θα είμαι χυμένος, -η
θα έχουμε χυθεί
θα είμαστε χυμένοι, -ες
θα έχεις χύσει
θα έχεις χυμένο
θα έχετε χύσει
θα έχετε χυμένο
θα έχεις χυθεί
θα είσαι χυμένος, -η
θα έχετε χυθεί
θα είστε χυμένοι, -ες
θα έχει χύσει
θα έχει χυμένο
θα έχουν χύσει
θα έχουν χυμένο
θα έχει χυθεί
θα είναι χυμένος, -η, -ο
θα έχουν χυθεί
θα είναι χυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χύνωνα χύνουμενα χύνομαινα χυνόμαστε
να χύνειςνα χύνετενα χύνεσαινα χύνεστε, να χυνόσαστε
να χύνεινα χύνουννα χύνεταινα χύνονται
Aoristνα χύσωνα χύσουμενα χυθώνα χυθούμε
να χύσειςνα χύσετενα χυθείςνα χυθείτε
να χύσεινα χύσουννα χυθείνα χυθούν(ε)
Perfνα έχω χύσει
να έχω χυμένο
να έχουμε χύσει
να έχουμε χυμένο
να έχω χυθεί
να είμαι χυμένος, -η
να έχουμε χυθεί
να είμαστε χυμένοι, -ες
να έχεις χύσει
να έχεις χυμένο
να έχετε χύσει
να έχετε χυμένο
να έχεις χυθεί
να είσαι χυμένος, -η
να έχετε χυθεί
να είστε χυμένοι, -ες
να έχει χύσει
να έχει χυμένο
να έχουν χύσει
να έχουν χυμένο
να έχει χυθεί
να είναι χυμένος, -η, -ο
να έχουν χυθεί
να είναι χυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχύνεχύνετεχύνεστε
Aoristχύσεχύσετε, χύστεχύσουχυθείτε
Part
izip
Presχύνοντας
Perfέχοντας χύσει, έχοντας χυμένοχυμένος, -η, -οχυμένοι, -ες, -α
InfinAoristχύσειχυθεί












Griechische Definition zu χύνω

χύνω [xíno] -ομαι Ρ αόρ. έχυσα, απαρέμφ. χύσει, παθ. αόρ. χύθηκα, απαρέμφ. χυθεί, μππ. χυμένος : I1α.(για υγρά) αφήνω να τρέξει κτ., συνήθ. μέ σα από ένα σκεύος και συνήθ. κατά λάθος: Έχυσε το κρασί στο τραπεζομάντιλο. Φούσκωσε το γάλα και χύθηκε από την κατσαρόλα. Tου χύθηκαν τα νερά κάτω. Xύσε μου νερό να πλυθώ, ρίξε μου. (έκφρ.) χύνω δάκρυα, κλαίω, υποφέρω: Έχυσε πολλά δάκρυα για να τον μεγαλώσει. χύνω το αίμα* μου. χύνεται αίμα*. χύνω το μάτι κάποιου, του βγάζω το μάτι. ΦΡ χύνεται πολλή μελάνη, γράφονται πολλά επάνω σε ένα θέμα: Έχει χυθεί πολλή μελάνη για το γλωσσικό. χύνω το φαρμάκι μου, λέω σε κπ. λόγια πικρά: Έχυ σε πάλι το φαρμάκι του και με πίκρανε πολύ. χύνω / ρίχνω λάδι* στη φωτιά. χύνω ιδρώτα, κοπιάζω, κουράζομαι, καταβάλλω προσπάθειες. || (παθ., για ποτάμι) εκβάλλω: Ο Πηνειός χύνεται στο Aιγαίο. β. (για υλικά που αποτελούνται από κόκκους) αφήνω κτ. να σκορπίσει, συνήθ. κατά λάθος: Tρύπησε η σακούλα και χύθηκε η ζάχαρη / το αλεύρι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15