χτυπώ  Verb  [chtipo, xtypw]

Ähnliche Bedeutung wie χτυπώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χτυπώ

... Η ταινία Για ποιον χτυπά η... κουδούνα είναι ελληνική κωμωδία διάρκειας 85 λεπτών, στην οποία πρωταγωνιστούν οι Κώστας Βουτσάς και Διονύσης Παπαγιαννόπουλος ...

... Για ποιον χτυπά η καμπάνα (αγγλικά: For whom the bell tolls) είναι τίτλος μυθιστορήματος του Αμερικανού συγγραφέα Έρνεστ Χέμινγουεϊ που κυκλοφόρησε το ...

... μετακίνηση τους οι μαύροι στην Αμερική. Ετυμολογικά η λέξη "rap" σημαίνει "χτυπώ". Πρόκειται για είδος που δίνει έμφαση στους στίχους (ρίμες) και στο περιεχόμενο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zu schlagen

... Im Leben immer wieder neue Brücken zu schlagen ist wichtig, denn sonst wird dich der Fluss des Lebens ins Ungewisse forttragen. ...

... Ich werde nicht leicht zu schlagen sein. ...

... Es ist besser, sich diesen ganzen Unsinn aus dem Kopf zu schlagen und nach Hause zurückzukehren. ...

Quelle: Esperantostern, Manfredo, al_ex_an_der

Grammatik


ΧΤΥΠΩ
I knock
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χτυπάω, χτυπώχτυπάμε, χτυπούμεχτυπιέμαιχτυπιόμαστε
χτυπάςχτυπάτεχτυπιέσαιχτυπιέστε, χτυπιόσαστε
χτυπάει, χτυπάχτυπάν(ε), χτυπούν(ε)χτυπιέταιχτυπιούνται, χτυπιόνται
Imper
fekt
χτυπούσα, χτύπαγαχτυπούσαμε, χτυπάγαμεχτυπιόμουν(α)χτυπιόμαστε, χτυπιόμασταν
χτυπούσες, χτύπαγεςχτυπούσατε, χτυπάγατεχτυπιόσουν(α)χτυπιόσαστε, χτυπιόσασταν
χτυπούσε, χτύπαγεχτυπούσαν(ε), χτύπαγαν, χτυπάγανεχτυπιόταν(ε)χτυπιόνταν(ε), χτυπιούνταν, χτυπιόντουσαν
Aoristχτύπησαχτυπήσαμεχτυπήθηκαχτυπηθήκαμε
χτύπησεςχτυπήσατεχτυπήθηκεςχτυπηθήκατε
χτύπησεχτύπησαν, χτυπήσαν(ε)χτυπήθηκεχτυπήθηκαν, χτυπηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω χτυπήσει
έχω χτυπημένο
έχουμε χτυπήσει
έχουμε χτυπημένο
έχω χτυπηθεί
είμαι χτυπημένος, -η
έχουμε χτυπηθεί
είμαστε χτυπημένοι, -ες
έχεις χτυπήσει
έχεις χτυπημένο
έχετε χτυπήσει
έχετε χτυπημένο
έχεις χτυπηθεί
είσαι χτυπημένος, -η
έχετε χτυπηθεί
είστε χτυπημένοι, -ες
έχει χτυπήσει
έχει χτυπημένο
έχουν χτυπήσει
έχουν χτυπημένο
έχει χτυπηθεί
είναι χτυπημένος, -η, -ο
έχουν χτυπηθεί
είναι χτυπημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα χτυπήσει
είχα χτυπημένο
είχαμε χτυπήσει
είχαμε χτυπημένο
είχα χτυπηθεί
ήμουν χτυπημένος, -η
είχαμε χτυπηθεί
ήμαστε χτυπημένοι, -ες
είχες χτυπήσει
είχες χτυπημένο
είχατε χτυπήσει
είχατε χτυπημένο
είχες χτυπηθεί
ήσουν χτυπημένος, -η
είχατε χτυπηθεί
ήσαστε χτυπημένοι, -ες
είχε χτυπήσει
είχε χτυπημένο
είχαν χτυπήσει
είχαν χτυπημένο
είχε χτυπηθεί
ήταν χτυπημένος, -η, -ο
είχαν χτυπηθεί
ήταν χτυπημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χτυπάω, θα χτυπώθα χτυπάμε, θα χτυπούμεθα χτυπιέμαιθα χτυπιόμαστε
θα χτυπάςθα χτυπάτεθα χτυπιέσαιθα χτυπιέστε, θα χτυπιόσαστε
θα χτυπάει, θα χτυπάθα χτυπάν(ε), θα χτυπούν(ε)θα χτυπιέταιθα χτυπιούνται, θα χτυπιόνται
Fut
ur
θα χτυπήσωθα χτυπήσουμε, θα χτυπήσομεθα χτυπηθώθα χτυπηθούμε
θα χτυπήσειςθα χτυπήσετεθα χτυπηθείςθα χτυπηθείτε
θα χτυπήσειθα χτυπήσουν(ε)θα χτυπηθείθα χτυπηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χτυπήσει
θα έχω χτυπημένο
θα έχουμε χτυπήσει
θα έχουμε χτυπημένο
θα έχω χτυπηθεί
θα είμαι χτυπημένος, -η
θα έχουμε χτυπηθεί
θα είμαστε χτυπημένοι, -ες
θα έχεις χτυπήσει
θα έχεις χτυπημένο
θα έχετε χτυπήσει
θα έχετε χτυπημένο
θα έχεις χτυπηθεί
θα είσαι χτυπημένος, -η
θα έχετε χτυπηθεί
θα είστε χτυπημένοι, -ες
θα έχει χτυπήσει
θα έχει χτυπημένο
θα έχουν χτυπήσει
θα έχουν χτυπημένο
θα έχει χτυπηθεί
θα είναι χτυπημένος, -η, -ο
θα έχουν χτυπηθεί
θα είναι χτυπημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χτυπάω, να χτυπώνα χτυπάμε, να χτυπούμενα χτυπιέμαινα χτυπιόμαστε
να χτυπάςνα χτυπάτενα χτυπιέσαινα χτυπιέστε, να χτυπιόσαστε
να χτυπάει, να χτυπάνα χτυπάν(ε), να χτυπούν(ε)να χτυπιέταινα χτυπιούνται, να χτυπιόνται
Aoristνα χτυπήσωνα χτυπήσουμε, να χτυπήσομενα χτυπηθώνα χτυπηθούμε
να χτυπήσειςνα χτυπήσετενα χτυπηθείςνα χτυπηθείτε
να χτυπήσεινα χτυπήσουν(ε)να χτυπηθείνα χτυπηθούν(ε)
Perfνα έχω χτυπήσει
να έχω χτυπημένο
να έχουμε χτυπήσει
να έχουμε χτυπημένο
να έχω χτυπηθεί
να είμαι χτυπημένος, -η
να έχουμε χτυπηθεί
να είμαστε χτυπημένοι, -ες
να έχεις χτυπήσει
να έχεις χτυπημένο
να έχετε χτυπήσει
να έχετε χτυπημένο
να έχεις χτυπηθεί
να είσαι χτυπημένος, -η
να έχετε χτυπηθεί
να είστε χτυπημένοι, -η
να έχει χτυπήσει
να έχει χτυπημένο
να έχουν χτυπήσει
να έχουν χτυπημένο
να έχει χτυπηθεί
να είναι χτυπημένος, -η, -ο
να έχουν χτυπηθεί
να είναι χτυπημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχτύπα, χτύπαγεχτυπάτεχτυπιέστε
Aoristχτύπησε, χτύπαχτυπήστεχτυπήσουχτυπηθείτε
Part
izip
Presχτυπώντας
Perfέχοντας χτυπήσει, έχοντας χτυπημένοχτυπημένος, -η, -οχτυπημένοι, -ες, -α
InfinAoristχτυπήσειχτυπηθεί









Person Wortform
Präsens ich poche
du pochst
er, sie, es pocht
Präteritum ich pochte
Konjunktiv II ich pochte
Imperativ Singular poche!
poch!
Plural pocht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gepocht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:pochen




Griechische Definition zu χτυπώ

χτυπώ [xtipó] & -άω, -ιέμαι : I1.φέρνω το χέρι, το πόδι ή κάποιο αντικείμενο, με πολύ γρήγορες και βίαιες κινήσεις, επάνω σε κτ. α. (για άψ.) χτυπώ την πέτρα για να σπάσει. Ο ξυλοκόπος χτυπάει το δέντρο με το τσεκούρι. χτυπώ το καρφί στον τοίχο. χτυπώ τη γροθιά μου στο τραπέζι (με θυμό). χτυπώ τα στήθια μου (από απελπισία). χτυπώ τα πόδια (από πείσμα) / τα χέρια (από ενθουσιασμό), τα κάνω να χτυπήσουν. (αθλ.) χτυπώ την μπάλα / με την μπάλα. || χτυπώ τις χορδές / τα πλήκτρα, για να παίξω ένα μουσικό όργανο. || κάνω κτ. να κινηθεί ή κτ. κινείται δυνατά εδώ κι εκεί: Ο αέρας χτυπάει τα παράθυρα. Tα πουλιά χτυπούν τα φτερά τους. χτυπώ τα χαλιά, τα τινάζω δυνατά. Xτυπούν οι πόρτες. Xτυπούν τα δόντια μου από το κρύο. (έκφρ.) χτυπούν οι φτέρνες* του στους ώμους / στις πλάτες. ΦΡ χτυπάω κπ. σαν χταπόδι*. χτυπώ το κεφάλι* μου (στον τοίχο). πάρ΄ τον ένα (και) χτύπα τον άλλο, για δύο ανθρώπους που έχουν πολλά ελαττώματα, που είναι εξίσου κακοί ή ανίκανοι. χτυπώ ξύλο, για να αποτρέψω κάποιο κακό: Είσαι μια χαρά, να χτυπήσω ξύλο, μη σε ματιάσω. β. (για έμψ.) δέρνω, δίνω ξύλο: Kάθισε φρόνιμα, γιατί θα σε χτυπήσω. Tον χτύπησε στο πρόσωπο. Mην το χτυπάς το σκυλί! ΦΡ χτυπώ στο ψαχνό*. || (παθ.) εκδηλώνω τη λύπη, την απελπισία μου με ζωηρές κινήσεις και με λόγια και ως έκφραση, εκδηλώνω πολύ έντονα και επίμονα τα συναισθήματά μου: Kλαίει και χτυπιέται για το κακό που τον βρήκε, δέρνεται. Δεν πας να χτυπηθείς όσο θέλεις, αυτό που ζητάς δε θα γίνει. Που να χτυπιέσαι, δε θα πάμε σινεμά. Xτυπιόταν ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στην υπόθεση, διαβεβαίωνε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χτυπώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15