φαίνομαι  Verb  [fenome, fainomai]

Ähnliche Bedeutung wie φαίνομαι


Beispielsätze φαίνομαι

... Το "Μοιάζουμε" ήταν η ελληνική συμμετοχή στο διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision 1985, που ερμήνευσε στην ελληνική γλώσσα ο Τάκης Μπινάρης. Το τραγούδι ...

... βρίσκονται στην καθεμία μεριά του στόματος. Ο τρόπος που κόβουν το κρέας μοιάζει με αυτόν του ψαλιδιού. Η γλώσσα της γάτας αποτελείται από εκφύματα, που ...

... στον αέρα και επικαλύπτεται από οξείδιο παίρνοντας γκρι-μπλε χρώμα που μοιάζει με του μολύβδου, διαλύεται στα οξέα και παρουσία υγρασίας μετατρέπεται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze scheinen

... Sie scheinen Früchte zu mögen. ...

... Die ältesten Glasgefäße scheinen zur Zeit Amenophis II., des ägyptischen Pharaos der 18. Dynastie, hergestellt worden zu sein. ...

... Sie scheinen sich gestritten zu haben. ...

Quelle: xtofu80, xtofu80, xtofu80

Grammatik


ΦΑΙΝΟΜΑΙ
uparxo">I appear
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φαίνομαιφαινόμαστε
φαίνεσαιφαίνεστε, φαινόσαστε
φαίνεταιφαίνονται
Imper
fekt
φαινόμουν(α)φαινόμαστε, φαινόμασταν
φαινόσουν(α)φαινόσαστε, φαινόσασταν
φαινόταν(ε)φαίνονταν, φαινόντανε, φαινόντουσαν
Aoristφάνηκαφανήκαμε
φάνηκεςφανήκατε
φάνηκεφάνηκαν, φανήκαν(ε)
Per
fect
έχω φανείέχουμε φανεί
έχεις φανείέχετε φανεί
έχει φανείέχουν φανεί
Plu
per
fect
είχα φανείείχαμε φανεί
είχες φανείείχατε φανεί
είχε φανείείχαν φανεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φαίνομαιθα φαινόμαστε
θα φαίνεσαιθα φαίνεστε, θα φαινόσαστε
θα φαίνεταιθα φαίνονται
Fut
ur
θα φανώθα φανούμε
θα φανείςθα φανείτε
θα φανείθα φανούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φανείθα έχουμε φανεί
θα έχεις φανείθα έχετε φάνει
θα έχει φανείθα έχουν φανεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φαίνομαινα φαινόμαστε
να φαίνεσαινα φαίνεστε, να φαινόσαστε
να φαίνεταινα φαίνονται
Aoristνα φανώνα φανούμε
να φανείςνα φανείτε
να φανείνα φανούν(ε)
Perfνα έχω φανείνα έχουμε φανεί
να έχεις φανείνα έχετε φανεί
να έχει φανείνα έχουν φανεί
Imper
ativ
Presφαίνεστε
Aoristφανούφανείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristφανεί







Person Wortform
Präsens ich wirke
du wirkst
er, sie, es wirkt
Präteritum ich wirkte
Konjunktiv II ich wirkte
Imperativ Singular wirk!
Plural wirkt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gewirkt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:wirken


Griechische Definition zu φαίνομαι

φαίνομαι [fénome] Ρ αόρ. φάνηκα, απαρέμφ. φανεί : I1. είμαι, γίνομαι ορατός, διακρίνομαι: Aπό το σπίτι μου φαίνεται όλη η πόλη. Στο βάθος φαίνεται ένα καράβι. Είχε τόση ομίχλη, που δε φαινόταν τίποτα στα τρία μέτρα. Mόλις διαλύθηκαν τα σύννεφα, φάνηκε ένας λαμπρός ήλιος. Δε φαίνεται με γυμνό μάτι. Φαίνεται από μακριά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φαίνομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15