υπομένω  Verb  [ipomeno, ypomenw]

Ähnliche Bedeutung wie υπομένω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze υπομένω

... του αυταρχικού πατέρα του. Για τα επόμενα 14 χρόνια ζει σαν αγρότης και υπομένει την εξουσιαστική συμπεριφορά του. Όμως, φεύγει από το σπίτι, όταν τον καλούν ...

... τελευταίους μήνες της ζωής του, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, υπομένοντας μεγάλη σωματική καταπόνηση μέχρι το θάνατό του στις 23 Σεπτεμβρίου του ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ertragen

... Einige Männer ertragen es nicht, wenn ihre Frauen mehr verdienen. ...

... Didi, der nur für den Stoner Rock lebt, hat heute die Band verlassen, deren kürzliche Hinwendung zum Psychedelic Rock er nicht mehr ertragen kann. ...

... Als er es nicht mehr ertragen konnte, ergriff er die Flucht. ...

Quelle: cost, xeklat, SeeVogel

Grammatik


ΥΠΟΜΕΝΩ
I endure
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υπομένωυπομένουμε, υπομένομε
υπομένειςυπομένετε
υπομένειυπομένουν(ε)
Imper
fekt
υπέμεναυπομέναμε
υπέμενεςυπομένατε
υπέμενευπέμεναν, υπομέναν(ε)
Aoristυπέμειναυπομείναμε
υπέμεινεςυπομείνατε
υπέμεινευπέμειναν, υπομείναν(ε)
Per
fect
έχω υπομείνειέχουμε υπομείνει
έχεις υπομείνειέχετε υπομείνει
έχει υπομείνειέχουν υπομείνει
Plu
per
fect
είχα υπομείνειείχαμε υπομείνει
είχες υπομείνειείχατε υπομείνει
είχε υπομείνειείχαν υπομείνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υπομένωθα υπομένουμε, θα υπομένομε
θα υπομένειςθα υπομένετε
θα υπομένειθα υπομένουν(ε)
Fut
ur
θα υπομείνωθα υπομείνουμε, θα υπομείνομε
θα υπομείνειςθα υπομείνετε
θα υπομείνειθα υπομείνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υπομείνειθα έχουμε υπομείνει
θα έχεις υπομείνειθα έχετε υπομείνει
θα έχει υπομείνειθα έχουν υπομείνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υπομένωνα υπομένουμε, να υπομένομε
να υπομένειςνα υπομένετε
να υπομένεινα υπομένουν(ε)
Aoristνα υπομείνωνα υπομείνουμε, να υπομείνομε
να υπομείνειςνα υπομείνετε
να υπομείνεινα υπομείνουν(ε)
Perfνα έχω υπομείνεινα έχουμε υπομείνει
να έχεις υπομείνεινα έχετε υπομείνει
να έχει υπομείνεινα έχουν υπομείνει
Imper
ativ
Presυπέμενευπομένετε
Aoristυπέμεινευπομείνετε
Part
izip
Presυπομένοντας
Perfέχοντας υπομείνει
InfinAoristυπομείνει



Person Wortform
Präsens ich ertrage
du erträgst
er, sie, es erträgt
Präteritum ich ertrug
Konjunktiv II ich ertrüge
Imperativ Singular ertrag!
ertrage!
Plural ertragt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
ertragen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:ertragen




Griechische Definition zu υπομένω

υπομένω [ipoméno] Ρ αόρ. υπέμεινα και (προφ.) υπόμεινα, απαρέμφ. υπομείνει : αντιμετωπίζω με καρτερικότητα μια δύσκολη ή δυσάρεστη κατάσταση: Yπομένει αδιαμαρτύρητα τον πόνο. Πώς τον υπομένεις τόσα χρόνια;, πώς τον ανέχεσαι;

[λόγ. < αρχ. ὑπομένω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υπομένω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15