υπηρετώ  Verb  [ipireto, yphretw]

Ähnliche Bedeutung wie υπηρετώ


Beispielsätze υπηρετώ

... ημίθεοι θα του έκλεβαν τον θρόνο διέταξε να θανατωθούν. Η ευσπλαχνία ενός υπηρέτη οδήγησε στην εγκατάλειψή τους στον Τίβερη, όπου τα βρήκε και τα θήλασε ...

... Βέρμαχτ, που αποτελείτο από επαγγελματίες Γερμανούς ποδοσφαιριστές που υπηρετούσαν τη θητεία τους. Οι ποδοσφαιριστές της νικήτριας ομάδας αθέτησαν διαταγή ...

... Αγίου Γεωργίου Δ΄ Τάξεως μπορούσαν να προταθούν και «αυτοί οι οποίοι υπηρετούσαν στον ρωσικό στρατό για 25 χρόνια ως ανώτεροι αξιωματικοί, ενώ στο ναυτικό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beschäftigt sein

... Ich denke, dass ich beschäftigt sein werde und keine Zeit habe, bis die Prüfung vorbei ist. ...

... So gern ich kommen würde, fürchte ich doch, dass ich zu beschäftigt sein werde. ...

... Ich werde morgen nicht in der Lage sein, dich zu besuchen, da ich beschäftigt sein werde. ...

Quelle: xtofu80, Manfredo, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
υπηρετήσει
μετοχή (ενεστώτας)
υπηρετώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας υπηρετώ υπηρετείς υπηρετεί υπηρετούμε υπηρετείτε υπηρετούν
παρατατικός υπηρετούσα υπηρετούσες υπηρετούσε υπηρετούσαμε υπηρετούσατε υπηρετούσαν
αόριστος υπηρέτησα υπηρέτησες υπηρέτησε υπηρετήσαμε υπηρετήσατε υπηρέτησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα υπηρετώ θα υπηρετείς θα υπηρετεί θα υπηρετούμε θα υπηρετείτε θα υπηρετούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα υπηρετήσω θα υπηρετήσεις θα υπηρετήσει θα υπηρετήσουμε θα υπηρετήσετε θα υπηρετήσουν
παρακείμενος α' έχω υπηρετήσει έχεις υπηρετήσει έχει υπηρετήσει έχουμε υπηρετήσει έχετε υπηρετήσει έχουν υπηρετήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα υπηρετήσει είχες υπηρετήσει είχε υπηρετήσει είχαμε υπηρετήσει είχατε υπηρετήσει είχαν υπηρετήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω υπηρετήσει θα έχεις υπηρετήσει θα έχει υπηρετήσει θα έχουμε υπηρετήσει θα έχετε υπηρετήσει θα έχουν υπηρετήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να υπηρετώ να υπηρετείς να υπηρετεί να υπηρετούμε να υπηρετείτε να υπηρετούν
αόριστος να υπηρετήσω να υπηρετήσεις να υπηρετήσει να υπηρετήσουμε να υπηρετήσετε να υπηρετήσουν
παρακείμενος α' να έχω υπηρετήσει να έχεις υπηρετήσει να έχει υπηρετήσει να έχουμε υπηρετήσει να έχετε υπηρετήσει να έχουν υπηρετήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας υπηρέτει υπηρετείτε
αόριστος υπηρέτησε υπηρετήστε





Person Wortform
Präsens ich diene
du dienst
er, sie, es dient
Präteritum ich diente
Konjunktiv II ich diente
Imperativ Singular diene!
Plural dient!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gedient haben
Alle weiteren Formen: Flexion:dienen




Griechische Definition zu υπηρετώ

υπηρετώ [ipiretó] -ούμαι (σπάν. στη σημ. 3) : 1.προσφέρω τις υπηρεσίες μου σε κπ. ως υπηρέτης. || Tον υπηρέτησε πιστά πολλά χρόνια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υπηρετώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15