ταξιδεύω  Verb  [taksidevo, taksithevo, taksideyw]

Ähnliche Bedeutung wie ταξιδεύω


Beispielsätze ταξιδεύω

... Δε μ' αρέσει να ταξιδεύω με το αεροπλάνο. ...

Quelle: mululatv


Beispielsätze ich reise

... Ich tanze gern und ich reise gern in angenehmer Gesellschaft. ...

Quelle: al_ex_an_der

Grammatik



ΤΑΞΙΔΕΥΩ
I travel
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ταξιδεύωταξιδεύουμε, ταξιδεύομε
ταξιδεύειςταξιδεύετε
ταξιδεύειταξιδεύουν(ε)
Imper
fekt
ταξίδευαταξιδεύαμε
ταξίδευεςταξιδεύατε
ταξίδευεταξίδευαν, ταξιδεύαν(ε)
Aoristταξίδεψαταξιδέψαμε
ταξίδεψεςταξιδέψατε
ταξίδεψεταξίδεψαν, ταξιδέψαν(ε)
Per
fect
έχω ταξιδέψειέχουμε ταξιδέψει
έχεις ταξιδέψειέχετε ταξιδέψει
έχει ταξιδέψειέχουν ταξιδέψει
Plu
per
fect
είχα ταξιδέψειείχαμε ταξιδέψει
είχες ταξιδέψειείχατε ταξιδέψει
είχε ταξιδέψειείχαν ταξιδέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ταξιδεύωθα ταξιδεύουμε, θα ταξιδεύομε
θα ταξιδεύειςθα ταξιδεύετε
θα ταξιδεύειθα ταξιδεύουν(ε)
Fut
ur
θα ταξιδέψωθα ταξιδέψουμε, θα ταξιδέψομε
θα ταξιδέψειςθα ταξιδέψετε
θα ταξιδέψειθα ταξιδέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ταξιδέψειθα έχουμε ταξιδέψει
θα έχεις ταξιδέψειθα έχετε ταξιδέψει
θα έχει ταξιδέψειθα έχουν ταξιδέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ταξιδεύωνα ταξιδεύουμε, να ταξιδεύομε
να ταξιδεύειςνα ταξιδεύετε
να ταξιδεύεινα ταξιδεύουν(ε)
Aoristνα ταξιδέψωνα ταξιδέψουμε, να ταξιδέψομε
να ταξιδέψειςνα ταξιδέψετε
να ταξιδέψεινα ταξιδέψουν(ε)
Perfνα έχω ταξιδέψεινα έχουμε ταξιδέψει
να έχεις ταξιδέψεινα έχετε ταξιδέψει
να έχει ταξιδέψεινα έχουν ταξιδέψει
Imper
ativ
Presταξίδευεταξιδεύετε
Aoristταξίδεψεταξιδέψτε, ταξιδεύτε
Part
izip
Presταξιδεύοντας
Perfέχοντας ταξιδέψει
InfinAoristταξιδέψει








Griechische Definition zu ταξιδεύω

ταξιδεύω [taksiδévo] .2α μππ. ταξιδεμένος : μετακινούμαι από έναν τόπο, συνήθ. τον τόπο της μόνιμης κατοικίας μου, σε κπ. άλλο και μένω σ΄ αυτόν για ορισμένο χρονικό διάστημα: ταξιδεύω με το τρένο / με το αυτοκίνητο / με το αεροπλάνο από την Aθήνα στη Θεσσαλονίκη. Tαξίδευα δέκα ώρες συνέχεια. ταξιδεύω για αναψυχή / για επαγγελματικούς λόγους / για λόγους υγείας. Στη ζωή του έχει ταξιδέψει πολύ και έχει γνωρίσει όλο τον κόσμο. Tαξίδεψα μαζί με το Γιάννη, συνταξίδεψα. Είναι άνθρωπος ταξιδεμένος, πολυταξιδεμένος. ΦΡ ταξιδεύει ο νους μου, είμαι απορροφημένος από τις σκέψεις μου, δεν προσέχω τι λέγεται δίπλα μου: Πού ταξιδεύει ο νους σου; || ταξιδεύω κπ. / κτ., αναλαμβάνω την ευθύνη της μεταφοράς του: Πώς θα το ταξιδέψεις το παιδί άρρωστο; Tη γάτα την ταξιδεύω πάντα μέσα σε καλάθι.

[μσν. ταξιδεύω < ταξίδ(ι) -εύω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ταξιδεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15