σχηματίζω  Verb  [schimatizo, sxhmatizw]

Ähnliche Bedeutung wie σχηματίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σχηματίζω

... με αέριο χλώριο οπότε σχηματίζονται τα πτητικά οξείδια RuO4 και OsO4. Το RuO4 διαλύεται με υδροχλωρικό οξύ οπότε σχηματίζεται χλωρορουθηνικό οξύ και ...

... σχηματίζονται σε διάφορες θερμοκρασίες και πιέσεις. Η α-μορφή σχηματίζεται σε κανονική πίεση και θερμοκρασία, οι μορφές β-, γ-, και δ- σχηματίζονται από ...

... διαλύματα. Με πολλά μέταλλα το Nb σχηματίζει κράματα πολλά εκ των οποίων είναι ενδιαφέροντες υπεραγωγοί. Επίσης σχηματίζει μεγάλη ποικιλία οργανικών ενώσεων ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze gestalten

... Die Zukunft ereignet sich nicht zufällig. Wir selbst gestalten sie durch unser Handeln. ...

... Ein Traum ist unerlässlich, wenn man die Zukunft gestalten will. ...

... Man muss das Gestern kennen, man muss auch an das Gestern denken, wenn man das Morgen wirklich gut und dauerhaft gestalten will. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


ΣΧΗΜΑΤΙΖΩ
I form
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σχηματίζωσχηματίζουμε, σχηματίζομεσχηματίζομαισχηματιζόμαστε
σχηματίζειςσχηματίζετεσχηματίζεσαισχηματίζεστε, σχηματιζόσαστε
σχηματίζεισχηματίζουν(ε)σχηματίζεταισχηματίζονται
Imper
fekt
σχημάτιζασχηματίζαμεσχηματιζόμουν(α)σχηματιζόμαστε, σχηματιζόμασταν
σχημάτιζεςσχηματίζατεσχηματιζόσουν(α)σχηματιζόσαστε, σχηματιζόσασταν
σχημάτιζεσχημάτιζαν, σχηματίζαν(ε)σχηματιζόταν(ε)σχηματίζονταν, σχηματιζόντανε, σχηματιζόντουσαν
Aoristσχημάτισασχηματίσαμεσχηματίστηκασχηματιστήκαμε
σχημάτισεςσχηματίσατεσχηματίστηκεςσχηματιστήκατε
σχημάτισεσχημάτισαν, σχηματίσαν(ε)σχηματίστηκεσχηματίστηκαν, σχηματιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σχηματίσει
έχω σχηματισμένο
έχουμε σχηματίσει
έχουμε σχηματισμένο
έχω σχηματιστεί
είμαι σχηματισμένος, -η
έχουμε σχηματιστεί
είμαστε σχηματισμένοι, -ες
έχεις σχηματίσει
έχεις σχηματισμένο
έχετε σχηματίσει
έχετε σχηματισμένο
έχεις σχηματιστεί
είσαι σχηματισμένος, -η
έχετε σχηματιστεί
είστε σχηματισμένοι, -ες
έχει σχηματίσει
έχει σχηματισμένο
έχουν σχηματίσει
έχουν σχηματισμένο
έχει σχηματιστεί
είναι σχηματισμένος, -η, -ο
έχουν σχηματιστεί
είναι σχηματισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σχηματίσει
είχα σχηματισμένο
είχαμε σχηματίσει
είχαμε σχηματισμένο
είχα σχηματιστεί
ήμουν σχηματισμένος, -η
είχαμε σχηματιστεί
ήμαστε σχηματισμένοι, -ες
είχες σχηματίσει
είχες σχηματισμένο
είχατε σχηματίσει
είχατε σχηματισμένο
είχες σχηματιστεί
ήσουν σχηματισμένος, -η
είχατε σχηματιστεί
ήσαστε σχηματισμένοι, -ες
είχε σχηματίσει
είχε σχηματισμένο
είχαν σχηματίσει
είχαν σχηματισμένο
είχε σχηματιστεί
ήταν σχηματισμένος, -η, -ο
είχαν σχηματιστεί
ήταν σχηματισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σχηματίζωθα σχηματίζουμε, θα σχηματίζομεθα σχηματίζομαιθα σχηματιζόμαστε
θα σχηματίζειςθα σχηματίζετεθα σχηματίζεσαιθα σχηματίζεστε, θα σχηματιζόσαστε
θα σχηματίζειθα σχηματίζουν(ε)θα σχηματίζεταιθα σχηματίζονται
Fut
ur
θα σχηματίσωθα σχηματίσουμε, θα σχηματίζομεθα σχηματιστώθα σχηματιστούμε
θα σχηματίσειςθα σχηματίσετεθα σχηματιστείςθα σχηματιστείτε
θα σχηματίσειθα σχηματίσουν(ε)θα σχηματιστείθα σχηματιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σχηματίσει
θα έχω σχηματισμένο
θα έχουμε σχηματίσει
θα έχουμε σχηματισμένο
θα έχω σχηματιστεί
θα είμαι σχηματισμένος, -η
θα έχουμε σχηματιστεί
θα είμαστε σχηματισμένοι, -ες
θα έχεις σχηματίσει
θα έχεις σχηματισμένο
θα έχετε σχηματίσει
θα έχετε σχηματισμένο
θα έχεις σχηματιστεί
θα είσαι σχηματισμένος, -η
θα έχετε σχηματιστεί
θα είστε σχηματισμένοι, -ες
θα έχει σχηματίσει
θα έχει σχηματισμένο
θα έχουν σχηματίσει
θα έχουν σχηματισμένο
θα έχει σχηματιστεί
θα είναι σχηματισμένος, -η, -ο
θα έχουν σχηματιστεί
θα είναι σχηματισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σχηματίζωνα σχηματίζουμε, να σχηματίζομενα σχηματίζομαινα σχηματιζόμαστε
να σχηματίζειςνα σχηματίζετενα σχηματίζεσαινα σχηματίζεστε, να σχηματιζόσαστε
να σχηματίζεινα σχηματίζουν(ε)να σχηματίζεταινα σχηματίζονται
Aoristνα σχηματίσωνα σχηματίσουμε, να σχηματίσομενα σχηματιστώνα σχηματιστούμε
να σχηματίσειςνα σχηματίσετενα σχηματιστείςνα σχηματιστείτε
να σχηματίσεινα σχηματίσουν(ε)να σχηματιστείνα σχηματιστούν(ε)
Perfνα έχω σχηματίσει
να έχω σχηματισμένο
να έχουμε σχηματίσει
να έχουμε σχηματισμένο
να έχω σχηματιστεί
να είμαι σχηματισμένος, -η
να έχουμε σχηματιστεί
να είμαστε σχηματισμένοι, -ες
να έχεις σχηματίσει
να έχεις σχηματισμένο
να έχετε σχηματίσει
να έχετε σχηματισμένο
να έχεις σχηματιστεί
να είσαι σχηματισμένος, -η
να έχετε σχηματιστεί
να είστε σχηματισμένοι, -ες
να έχει σχηματίσει
να έχει σχηματισμένο
να έχουν σχηματίσει
να έχουν σχηματισμένο
να έχει σχηματιστεί
να είναι σχηματισμένος, -η, -ο
να έχουν σχηματιστεί
να είναι σχηματισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσχημάτιζεσχηματίζετεσχηματίζεστε
Aoristσχημάτισεσχηματίστεσχηματίσουσχηματιστείτε
Part
izip
Presσχηματίζονταςσχηματιζόμενος
Perfέχοντας σχηματίσει, έχοντας σχηματισμένοσχηματισμένος, -η, -οσχηματισμένοι, -ες, -α
InfinAoristσχηματίσεισχηματιστεί





Person Wortform
Präsens ich forme
du formst
er, sie, es formt
Präteritum ich formte
Konjunktiv II ich formte
Imperativ Singular form!
forme!
Plural formt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geformt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:formen






Griechische Definition zu σχηματίζω

σχηματίζω [sximatízo] -ομαι : 1α.δίνω σχήμα σε κτ., δίνω σε μια άμορφη μάζα ή σε μεμονωμένα στοιχεία την επιθυμητή ή την οριστική μορφή: σχηματίζω ένα σωρό με άμμο / με πέτρες. σχηματίζω τον αριθμό εκατόν είκοσι ένα. Στον ουρανό σχηματίστηκαν σύννεφα. || για κτ. που παίρνει ένα συγκεκριμένο σχήμα: Tα νερά της βροχής σχημάτισαν μικρές λίμνες. Οι ήχοι σχηματίζουν φθόγγους. Οι λέξεις σχηματίζουν προτάσεις. || (παθ.) παίρνω την οριστική μορφή μου, που είναι αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας: Tα όργανα του εμβρύου σχηματίζονται στα διάφορα στάδια της κύησης. Δεν έχει σχηματιστεί ακόμη / δεν είναι σχηματισμένη, για κορίτσι που δεν έχει αποκτήσει ακόμη τα εξωτερικά γυναικεία χαρακτηριστικά. Tα στρώματα του φλοιού της γης σχηματίστηκαν σε διάφορες γεωλογικές εποχές. || (μτφ.): σχηματίζω τη γνώμη / την πεποίθηση, συνδυάζω και αξιολογώ δεδομένα και καταλήγω σε κάποια άποψη. β. σχεδιάζω ένα σχήμα: σχηματίζω στον πίνακα ένα τετράγωνο. || τοποθετώ, διατάσσω πρόσωπα ή πράγματα έτσι ώστε να τους δώσω κάποιο σχήμα: Tα παιδιά πιάστηκαν από τα χέρια και σχημάτισαν κύκλο. || σχηματίζω έναν αριθμό στο τηλέφωνο, επιλέγω έναν αριθμό στην τηλεφωνική συσκευή. γ. (γραμμ.) δημιουργώ ένα νέο τύπο με την προσθήκη σε μια ρίζα καταλήξεων ή προθημάτων: Mερικά ρήματα δε σχηματίζουν παθητική φωνή. δ. δημιουργώ κτ. εκ του μηδενός: Mε τη δουλειά του σχημάτισε μεγάλη περιουσία. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σχηματίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15