συνοδεύω  Verb  [sinodevo, sinothevo, synodeyw]

Ähnliche Bedeutung wie συνοδεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συνοδεύω

... κριθαριού με σιτάρι, από το οποίο παρασκευαζόταν ο άρτος. Τα δημητριακά συνοδεύονταν συνήθως από οπωροκηπευτικά (λάχανα, κρεμμύδια, φακές και ρεβύθια). Η ...

... αβικεννίτης, ο κρουκσίτης, ο ουρμπαΐτης και ο χατσινσονίτης. Το θάλλιο συνοδεύει κυρίως θειούχα ορυκτά βασικών μετάλλων, όπως ο σφαλερίτης, ο σιδηροπυρίτης ...

... δημόσια πράγματα. Τα νεαρά αγόρια μάθαιναν πολλά για τη ζωή του πολίτη συνοδεύοντας τον πατέρα τους σε θρησκευτικές και πολιτικές εκδηλώσεις, όπως για παράδειγμα ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΥΝΟΔΕΥΩ
I accompany
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνοδεύωσυνοδεύουμε, συνοδεύομεσυνοδεύομαισυνοδευόμαστε
συνοδεύειςσυνοδεύετεσυνοδεύεσαισυνοδεύεστε, συνοδευόσαστε
συνοδεύεισυνοδεύουν(ε)συνοδεύεταισυνοδεύονται
Imper
fekt
συνόδευασυνοδεύαμεσυνοδευόμουν(α)συνοδευόμαστε, συνοδευόμασταν
συνόδευεςσυνοδεύατεσυνοδευόσουν(α)συνοδευόσαστε, συνοδευόσασταν
συνόδευεσυνόδευαν, συνοδεύαν(ε)συνοδευόταν(ε)συνοδεύονταν, συνοδευόντανε, συνοδευόντουσαν
Aoristσυνόδεψασυνοδέψαμεσυνοδεύτηκασυνοδευτήκαμε
συνόδεψεςσυνοδέψατεσυνοδεύτηκεςσυνοδευτήκατε
συνόδεψεσυνόδεψαν, συνοδέψαν(ε)συνοδεύτηκεσυνοδεύτηκαν, συνοδευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω συνοδέψει
έχω συνοδεμένο
έχουμε συνοδέψει
έχουμε συνοδεμένο
έχω συνοδευτεί
είμαι συνοδεμένος, -η
έχουμε συνοδευτεί
είμαστε συνοδεμένοι, -ες
έχεις συνοδέψει
έχεις συνοδεμένο
έχετε συνοδέψει
έχετε συνοδεμένο
έχεις συνοδευτεί
είσαι συνοδεμένος, -η
έχετε συνοδευτεί
είστε συνοδεμένοι, -ες
έχει συνοδέψει
έχει συνοδεμένο
έχουν συνοδέψει
έχουν συνοδεμένο
έχει συνοδευτεί
είναι συνοδεμένος, -η, -ο
έχουν συνοδευτεί
είναι συνοδεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα συνοδέψει
είχα συνοδεμένο
είχαμε συνοδέψει
είχαμε συνοδεμένο
είχα συνοδευτεί
ήμουν συνοδεμένος, -η
είχαμε συνοδευτεί
ήμαστε συνοδεμένοι, -ες
είχες συνοδέψει
είχες συνοδεμένο
είχατε συνοδέψει
είχατε συνοδεμένο
είχες συνοδευτεί
ήσουν συνοδεμένος, -η
είχατε συνοδευτεί
ήσαστε συνοδεμένοι, -ες
είχε συνοδέψει
είχε συνοδεμένο
είχαν συνοδέψει
είχαν συνοδεμένο
είχε συνοδευτεί
ήταν συνοδεμένος, -η, -ο
είχαν συνοδευτεί
ήταν συνοδεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνοδεύωθα συνοδεύουμε, θα συνοδεύομεθα συνοδεύομαιθα συνοδευόμαστε
θα συνοδεύειςθα συνοδεύετεθα συνοδεύεσαιθα συνοδεύεστε, θα συνοδευόσαστε
θα συνοδεύειθα συνοδεύουν(ε)θα συνοδεύεταιθα συνοδεύονται
Fut
ur
θα συνοδέψωθα συνοδέψουμε, θα συνοδέψομεθα συνοδευτώθα συνοδευτούμε
θα συνοδέψειςθα συνοδέψετεθα συνοδευτείςθα συνοδευτείτε
θα συνοδέψειθα συνοδέψουν(ε)θα συνοδευτείθα συνοδευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συνοδέψει
θα έχω συνοδεμένο
θα έχουμε συνοδέψει
θα έχουμε συνοδεμένο
θα έχω συνοδευτεί
θα είμαι συνοδεμένος, -η
θα έχουμε συνοδευτεί
θα είμαστε συνοδεμένοι, -ες
θα έχεις συνοδέψει
θα έχεις συνοδεμένο
θα έχετε συνοδέψει
θα έχετε συνοδεμένο
θα έχεις συνοδευτεί
θα είσαι συνοδεμένος, -η
θα έχετε συνοδευτεί
θα είστε συνοδεμένοι, -ες
θα έχει συνοδέψει
θα έχει συνοδεμένο
θα έχουν συνοδέψει
θα έχουν συνοδεμένο
θα έχει συνοδευτεί
θα είναι συνοδεμένος, -η, -ο
θα έχουν συνοδευτεί
θα είναι συνοδεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνοδεύωνα συνοδεύουμε, να συνοδεύομενα συνοδεύομαινα συνοδευόμαστε
να συνοδεύειςνα συνοδεύετενα συνοδεύεσαινα συνοδεύεστε, να συνοδευόσαστε
να συνοδεύεινα συνοδεύουν(ε)να συνοδεύεταινα συνοδεύονται
Aoristνα συνοδέψωνα συνοδέψουμε, να συνοδέψομενα συνοδευτώνα συνοδευτούμε
να συνοδέψειςνα συνοδέψετενα συνοδευτείςνα συνοδευτείτε
να συνοδέψεινα συνοδέψουν(ε)να συνοδευτείνα συνοδευτούν(ε)
Perfνα έχω συνοδέψει
να έχω συνοδεμένο
να έχουμε συνοδέψει
να έχουμε συνοδεμένο
να έχω συνοδευτεί
να είμαι συνοδεμένος, -η
να έχουμε συνοδευτεί
να είμαστε συνοδεμένοι, -ες
να έχεις συνοδέψει
να έχεις συνοδεμένο
να έχετε συνοδέψει
να έχετε συνοδεμένο
να έχεις συνοδευτεί
να είσαι συνοδεμένος, -η
να έχετε συνοδευτεί
να είστε συνοδεμένοι, -ες
να έχει συνοδέψει
να έχει συνοδεμένο
να έχουν συνοδέψει
να έχουν συνοδεμένο
να έχει συνοδευτεί
να είναι συνοδεμένος, -η, -ο
να έχουν συνοδευτεί
να είναι συνοδεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυνόδευεσυνοδεύετεσυνοδεύεστε
Aoristσυνόδεψεσυνοδέψτε, συνοδεύτεσυνοδέψουσυνοδευτείτε
Part
izip
Presσυνοδεύοντας
Perfέχοντας συνοδέψει, έχοντας συνοδεμένοσυνοδεμένος, -η, -οσυνοδεμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυνοδέψεισυνοδευτεί








Griechische Definition zu συνοδεύω

συνοδεύω [sinoδévo] -ομαι : 1.βαδίζω, προχωρώ μαζί με κπ. ή τον ακολουθώ για να τον συντροφεύσω, να τον βοηθήσω, να τον προστατεύσω, να τον τιμήσω ή να τον φρουρήσω: Στο χορό θα τη συνοδεύει ο αδελφός της. Συνοδεύει την ηλικιωμένη μητέρα της. Tα μικρά παιδιά συνοδεύονται από τους γονείς τους, όταν πηγαίνουν στο σχολείο. Ο κρατούμενος έφτασε στο δικαστήριο συνοδευόμενος από αστυνομικούς. Ομάδα αστυνομικών συνοδεύει τη χρηματαποστολή, τους άνδρες της χρηματαποστολής. || Mοίρα καταδιωκτικών συνοδεύει τη νηοπομπή. Tο αυτοκίνητο στο οποίο επιβαίνει ο πρωθυπουργός συνοδεύεται από μοτοσικλετιστές. || (μτφ.): Οι ευχές μας σας συνοδεύουν. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συνοδεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15