συμπεραίνω  Verb  [sibereno, symperainw]

Ähnliche Bedeutung wie συμπεραίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συμπεραίνω

... Α΄ Σφόρτσα, μαρκησίου του Καραβάτζο. Σύμφωνα με έγγραφα της εποχής, συμπεραίνεται πως η οικογένεια Μερίζι ήταν εγκατεστημένη στο Μιλάνο μέχρι τα τέλη ...

... Σακκάρα δεν έχει βρεθεί ακόμα, και συμπεραίνεται ότι πρέπει να ήταν ήταν μικρός και όχι μεγαλοπρεπείς, από αυτό συμπεραίνεται ότι η βασιλεία του ήταν σύντομη ...

... τους ιστορικούς. Σχετικά με τη φιλοπατρία του, ο Τάκης Σταματόπουλος συμπεραίνει πώς «για να είμαστε δίκαιοι δεν μπορούμε να αρνηθούμε την αγαθή πρόθεσή ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schlussfolgern

... Wir schlussfolgern daraus, dass er doch recht hatte. ...

... Was schlussfolgern Sie daraus? ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΣΥΜΠΕΡΑΙΝΩ
I conclude
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συμπεραίνωσυμπεραίνουμε, συμπεραίνομε
συμπεραίνειςσυμπεραίνετε
συμπεραίνεισυμπεραίνουν(ε)
Imper
fekt
συμπέραινασυμπεραίναμε
συμπέραινεςσυμπεραίνατε
συμπέραινεσυμπέραιναν, συμπεραίναν(ε)
Aoristσυμπέρανασυμπεράναμε
συμπέρανεςσυμπεράνατε
συμπέρανεσυμπέραναν, συμπεράναν(ε)
Per
fect
έχω συμπεράνειέχουμε συμπεράνει
έχεις συμπεράνειέχετε συμπεράνει
έχει συμπεράνειέχουν συμπεράνει
Plu
per
fect
είχα συμπεράνειείχαμε συμπεράνει
είχες συμπεράνειείχατε συμπεράνει
είχε συμπεράνειείχαν συμπεράνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συμπεραίνωθα συμπεραίνουμε, θα συμπεραίνομε
θα συμπεραίνειςθα συμπεραίνετε
θα συμπεραίνειθα συμπεραίνουν(ε)
Fut
ur
θα συμπεράνωθα συμπεράνουμε, θα συμπεράνομε
θα συμπεράνειςθα συμπεράνετε
θα συμπεράνειθα συμπεράνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συμπεράνειθα έχουμε συμπεράνει
θα έχεις συμπεράνειθα έχετε συμπεράνει
θα έχει συμπεράνειθα έχουν συμπεράνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συμπεραίνωνα συμπεραίνουμε, να συμπεραίνομε
να συμπεραίνειςνα συμπεραίνετε
να συμπεραίνεινα συμπεραίνουν(ε)
Aoristνα συμπεράνωνα συμπεράνουμε, να συμπεράνομε
να συμπεράνειςνα συμπεράνετε
να συμπεράνεινα συμπεράνουν(ε)
Perfνα έχω συμπεράνεινα έχουμε συμπεράνει
να έχεις συμπεράνεινα έχετε συμπεράνει
να έχει συμπεράνεινα έχουν συμπεράνει
Imper
ativ
Presσυμπέραινεσυμπεραίνετε
Aoristσυμπέρανεσυμπεράνετε
Part
izip
Presσυμπεραίνοντας
Perfέχοντας συμπεράνει
InfinAoristσυμπεράνει










Griechische Definition zu συμπεραίνω

συμπεραίνω [simberéno] -εται (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) : στηρίζομαι σε ένα ή σε περισσότερα δεδομένα για να σχηματίσω μια κρίση, καταλήγω σε κάποιο συμπέρασμα: Aπό τις ενδείξεις που έχω, μπορώ να συμπεράνω ότι θα μας βοηθήσει. Tι συμπεραίνεις από όσα είδες και άκουσες; || (απρόσ.): Aπό τα στοιχεία που έχει η αστυνομία συμπεραίνεται ότι ο δράστης γνώριζε το θύμα.

[λόγ. < αρχ. συμπεραίνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συμπεραίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15