στολίζω  Verb  [stolizo, stolizw]

Ähnliche Bedeutung wie στολίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze στολίζω

... του φόβου, συνόδευε τον πατέρα του στα πεδία των μαχών. Οι μορφές του στόλιζαν τις περίφημες ασπίδες των Αγαμέμνονα και Αχιλλέα. Ο δορυφόρος Δείμος ...

... και μανικετόκουμπα. Η ονομασία προέρχεται από το ρήμα κοσμώ που σημαίνει στολίζω. Κόσμημα ονομάζεται κάθε στολίδι για οποιοδήποτε λόγο και αν χρησιμοποιείται ...

... εἰπεῖν, ψηλαφητῆς, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ σοβαρώτερα τῆς θεολογίας ζητήματα στολίζω διὰ κροσσίων, θυσσάνων καὶ κωδωνίσκων ὡς ποδιάν Ἱσπανῆς χορευτρίας. Οι ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΤΟΛΙΖΩ
I adorn
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στολίζωστολίζουμε, στολίζομεστολίζομαιστολιζόμαστε
στολίζειςστολίζετεστολίζεσαιστολίζεστε, στολιζόσαστε
στολίζειστολίζουν(ε)στολίζεταιστολίζονται
Imper
fekt
στόλιζαστολίζαμεστολιζόμουν(α)στολιζόμαστε, στολιζόμασταν
στόλιζεςστολίζατεστολιζόσουν(α)στολιζόσαστε, στολιζόσασταν
στόλιζεστόλιζαν, στολίζαν(ε)στολιζόταν(ε)στολίζονταν, στολιζόντανε, στολιζόντουσαν
Aoristστόλισαστολίσαμεστολίστηκαστολιστήκαμε
στόλισεςστολίσατεστολίστηκεςστολιστήκατε
στόλισεστόλισαν, στολίσαν(ε)στολίστηκεστολίστηκαν, στολιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω στολίσει
έχω στολισμένο
έχουμε στολίσει
έχουμε στολισμένο
έχω στολιστεί
είμαι στολισμένος, -η
έχουμε στολιστεί
είμαστε στολισμένοι, -ες
έχεις στολίσει
έχεις στολισμένο
έχετε στολίσει
έχετε στολισμένο
έχεις στολιστεί
είσαι στολισμένος, -η
έχετε στολιστεί
είστε στολισμένοι, -ες
έχει στολίσει
έχει στολισμένο
έχουν στολίσει
έχουν στολισμένο
έχει στολιστεί
είναι στολισμένος, -η, -ο
έχουν στολιστεί
είναι στολισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα στολίσει
είχα στολισμένο
είχαμε στολίσει
είχαμε στολισμένο
είχα στολιστεί
ήμουν στολισμένος, -η
είχαμε στολιστεί
ήμαστε στολισμένοι, -ες
είχες στολίσει
είχες στολισμένο
είχατε στολίσει
είχατε στολισμένο
είχες στολιστεί
ήσουν στολισμένος, -η
είχατε στολιστεί
ήσαστε στολισμένοι, -ες
είχε στολίσει
είχε στολισμένο
είχαν στολίσει
είχαν στολισμένο
είχε στολιστεί
ήταν στολισμένος, -η, -ο
είχαν στολιστεί
ήταν στολισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στολίζωθα στολίζουμε, θα στολίζομεθα στολίζομαιθα στολιζόμαστε
θα στολίζειςθα στολίζετεθα στολίζεσαιθα στολίζεστε, θα στολιζόσαστε
θα στολίζειθα στολίζουν(ε)θα στολίζεταιθα στολίζονται
Fut
ur
θα στολίσωθα στολίσουμε, θα στολίζομεθα στολιστώθα στολιστούμε
θα στολίσειςθα στολίσετεθα στολιστείςθα στολιστείτε
θα στολίσειθα στολίσουν(ε)θα στολιστείθα στολιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στολίσει
θα έχω στολισμένο
θα έχουμε στολίσει
θα έχουμε στολισμένο
θα έχω στολιστεί
θα είμαι στολισμένος, -η
θα έχουμε στολιστεί
θα είμαστε στολισμένοι, -ες
θα έχεις στολίσει
θα έχεις στολισμένο
θα έχετε στολίσει
θα έχετε στολισμένο
θα έχεις στολιστεί
θα είσαι στολισμένος, -η
θα έχετε στολιστεί
θα είστε στολισμένοι, -ες
θα έχει στολίσει
θα έχει στολισμένο
θα έχουν στολίσει
θα έχουν στολισμένο
θα έχει στολιστεί
θα είναι στολισμένος, -η, -ο
θα έχουν στολιστεί
θα είναι στολισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στολίζωνα στολίζουμε, να στολίζομενα στολίζομαινα στολιζόμαστε
να στολίζειςνα στολίζετενα στολίζεσαινα στολίζεστε, να στολιζόσαστε
να στολίζεινα στολίζουν(ε)να στολίζεταινα στολίζονται
Aoristνα στολίσωνα στολίσουμε, να στολίσομενα στολιστώνα στολιστούμε
να στολίσειςνα στολίσετενα στολιστείςνα στολιστείτε
να στολίσεινα στολίσουν(ε)να στολιστείνα στολιστούν(ε)
Perfνα έχω στολίσει
να έχω στολισμένο
να έχουμε στολίσει
να έχουμε στολισμένο
να έχω στολιστεί
να είμαι στολισμένος, -η
να έχουμε στολιστεί
να είμαστε στολισμένοι, -ες
να έχεις στολίσει
να έχεις στολισμένο
να έχετε στολίσει
να έχετε στολισμένο
να έχεις στολιστεί
να είσαι στολισμένος, -η
να έχετε στολιστεί
να είστε στολισμένοι, -ες
να έχει στολίσει
να έχει στολισμένο
να έχουν στολίσει
να έχουν στολισμένο
να έχει στολιστεί
να είναι στολισμένος, -η, -ο
να έχουν στολιστεί
να είναι στολισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστόλιζεστολίζετεστολίζεστε
Aoristστόλισεστολίστεστολίσουστολιστείτε
Part
izip
Presστολίζονταςστολιζόμενος
Perfέχοντας στολίσει, έχοντας στολισμένοστολισμένος, -η, -οστολισμένοι, -ες, -α
InfinAoristστολίσειστολιστεί













Person Wortform
Präsens ich ziere
du zierst
er, sie, es ziert
Präteritum ich zierte
Konjunktiv II ich zierte
Imperativ Singular zier!
ziere!
Plural ziert!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geziert haben
Alle weiteren Formen: Flexion:zieren




Griechische Definition zu στολίζω

στολίζω [stolízo] -ομαι : 1α. τοποθετώ ή προσθέτω σε ένα χώρο ή σε ένα αντικείμενο κτ. που, χωρίς να έχει συνήθ. πρακτική αξία, μπορεί να το ομορφύνει· διακοσμώ: στολίζω μια βιτρίνα με χριστουγεννιάτικες παραστάσεις. Οι δρόμοι είναι στολισμένοι με φωτεινές γιρλάντες. στολίζω το σπίτι με λουλούδια / με ζωγραφικούς πίνακες / με ακριβά χαλιά. H πόλη είναι στολισμένη με σημαίες, σημαιοστολισμένη. Ο Επιτάφιος είναι στολισμένος με άνθη, ανθοστολισμένος. || γαρνίρω: στολίζω το γιακά με δαντέλα / το τραπεζομάντιλο με κεντήματα. Tούρτα στολισμένη με σαντιγί. || για κτ. που συνδυάζει τη χρησιμότητα και την ομορφιά: Ο Περικλής στόλισε την Aθήνα με θαυμάσια οικοδομήματα. Ένας καταπράσινος κήπος στολίζει το σπίτι μας. β. φορώ σε κπ. ωραία ρούχα, κοσμήματα κτλ.: H μητέρα μάς στόλιζε τις Kυριακές. Στόλισαν τη νύφη, τη βοήθησαν να φορέσει τα νυφικά. || (παθ.) ντύνομαι με ωραία και επίσημα ρούχα, φορώ κοσμήματα ή ό,τι άλλο μπορεί να κάνει καλύτερη την εμφάνισή μου, συνήθ. επικριτι κά και ειρωνικά, για φανταχτερή και όχι πολύ καλόγουστη εμφάνιση: Στολίζεται κάθε απόγευμα και βγαίνει έξω. Γιατί στολίστηκες έτσι; Στολίστηκε σαν νύφη / σαν γαμπρός, πολύ επίσημα. Είναι στολισμένη σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο, φανταχτερά. ΦΡ στολίζω κπ. (με βρισιές), τον βρί ζω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στολίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15