στήνω  Verb  [stino, sthnw]

Ähnliche Wörter zu στήνω

στήνω καρτέρι


Beispielsätze στήνω

... άγνωστο τραγουδιστή. Ο Ηράκλης, όταν μαθαίνει για τον τραγουδιστή, του στήνει ενέδρα για να τον συλλάβει, ο Ερωτόκριτος όμως μαζί με τον καλύτερό του ...

... ονομασία της συνοικίας φαίνεται ότι προήλθε από την πολυγωνική εξέδρα που στηνόταν κατά τις παρελάσεις στο χώρο απέναντι από την είσοδο της τότε Σχολής Ευελπίδων ...

... 10η μέχρι 14η Πυανεψιώνος. Η πρώτη μέρα ονομάζονταν Στηνία, σε ανάμνηση της άφιξης της Δήμητρας στην Ελευσίνα. Οι επόμενες τρεις μέρες ήταν της τελετής ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze errichten

... {displaystyle g} oder außerhalb liegt, spricht man vom Errichten oder vom Fällen des Lots. Ist ein Punkt P ...

... Errichten, Betreiben, Anwenden und Instandhalten von Medizinprodukten nach § 3 MPG und ist das nationale Regelwerk für alle professionellen Errichter ...

... Bauaufsichtsbehörde ausgesprochene Genehmigung, eine bauliche Anlage zu errichten, zu ändern oder zu beseitigen. Die Baugenehmigung ist ein begünstigender ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΣΤΗΝΩ
I set upright
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στήνωστήνουμε, στήνομεστήνομαιστηνόμαστε
στήνειςστήνετεστήνεσαιστήνεστε, στηνόσαστε
στήνειστήνουν(ε)στήνεταιστήνονται
Imper
fekt
έστηναστήναμεστηνόμουν(α)στηνόμαστε, στηνόμασταν
έστηνεςστήνατεστηνόσουν(α)στηνόσαστε, στηνόσασταν
έστηνεέστηναν, στήναν(ε)στηνόταν(ε)στήνονταν, στηνόντανε, στηνόντουσαν
Aoristέστησαστήσαμεστήθηκαστηθήκαμε
έστησεςστήσατεστήθηκεςστηθήκατε
έστησεέστησαν, στήσαν(ε)στήθηκεστήθηκαν, στηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω στήσει
έχω στημένο
έχουμε στήσει
έχουμε στημένο
έχω στηθεί
είμαι στημένος, -η
έχουμε στηθεί
είμαστε στημένοι, -ες
έχεις στήσει
έχεις στημένο
έχετε στήσει
έχετε στημένο
έχεις στηθεί
είσαι στημένος, -η
έχετε στηθεί
είστε στημένοι, -ες
έχει στήσει
έχει στημένο
έχουν στήσει
έχουν στημένο
έχει στηθεί
είναι στημένος, -η, -ο
έχουν στηθεί
είναι στημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα στήσει
είχα στημένο
είχαμε στήσει
είχαμε στημένο
είχα στηθεί
ήμουν στημένος, -η
είχαμε στηθεί
ήμαστε στημένοι, -ες
είχες στήσει
είχες στημένο
είχατε στήσει
είχατε στημένο
είχες στηθεί
ήσουν στημένος, -η
είχατε στηθεί
ήσαστε στημένοι, -ες
είχε στήσει
είχε στημένο
είχαν στήσει
είχαν στημένο
είχε στηθεί
ήταν στημένος, -η, -ο
είχαν στηθεί
ήταν στημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στήνωθα στήνουμεθα στήνομαιθα στηνόμαστε
θα στήνειςθα στήνετεθα στήνεσαιθα στήνεστε, θα στηνόσαστε
θα στήνειθα στήνουνθα στήνεταιθα στήνονται
Fut
ur
θα στήσωθα στήσουμεθα στηθώθα στηθούμε
θα στήσειςθα στήσετεθα στηθείςθα στηθείτε
θα στήσειθα στήσουνθα στηθείθα στηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στήσει
θα έχω στημένο
θα έχουμε στήσει
θα έχουμε στημένο
θα έχω στηθεί
θα είμαι στημένος, -η
θα έχουμε στηθεί
θα είμαστε στημένοι, -ες
θα έχεις στήσει
θα έχεις στημένο
θα έχετε στήσει
θα έχετε στημένο
θα έχεις στηθεί
θα είσαι στημένος, -η
θα έχετε στηθεί
θα είστε στημένοι, -ες
θα έχει στήσει
θα έχει στημένο
θα έχουν στήσει
θα έχουν στημένο
θα έχει στηθεί
θα είναι στημένος, -η, -ο
θα έχουν στηθεί
θα είναι στημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στήνωνα στήνουμενα στήνομαινα στηνόμαστε
να στήνειςνα στήνετενα στήνεσαινα στήνεστε, να στηνόσαστε
να στήνεινα στήνουννα στήνεταινα στήνονται
Aoristνα στήσωνα στήσουμενα στηθώνα στηθούμε
να στήσειςνα στήσετενα στηθείςνα στηθείτε
να στήσεινα στήσουννα στηθείνα στηθούν(ε)
Perfνα έχω στήσει
να έχω στημένο
να έχουμε στήσει
να έχουμε στημένο
να έχω στηθεί
να είμαι στημένος, -η
να έχουμε στηθεί
να είμαστε στημένοι, -ες
να έχεις στήσει
να έχεις στημένο
να έχετε στήσει
να έχετε στημένο
να έχεις στηθεί
να είσαι στημένος, -η
να έχετε στηθεί
να είστε στημένοι, -ες
να έχει στήσει
να έχει στημένο
να έχουν στήσει
να έχουν στημένο
να έχει στηθεί
να είναι στημένος, -η, -ο
να έχουν στηθεί
να είναι στημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστήνεστήνετεστήνεστε
Aoristστήσεστήσετε, στήστεστήσουστηθείτε
Part
izip
Presστήνοντας
Perfέχοντας στήσει, έχοντας στημένοστημένος, -η, -οστημένοι, -ες, -α
InfinAoristστήσειστηθεί








Griechische Definition zu στήνω

στήνω [stíno] -ομαι Ρ αόρ. έστησα, απαρέμφ. στήσει, παθ. αόρ. στήθηκα, απαρέμφ. στηθεί, μππ. στημένος : 1α. τοποθετώ κτ. όρθιο, σε κατακόρυ φη προς το έδαφος ή προς το δάπεδο θέση: Έστησαν τις κολόνες για να περάσουν τα καλώδια του ηλεκτρικού. Έβαλε τα κιβώτια το ένα πάνω στο άλλο και τα έστησε στον τοίχο. Στήθηκαν οι σκαλωσιές. H σημαία είναι στημένη στην είσοδο του στρατοπέδου. στήνω έναν ανδριάντα / μια αναθηματική στήλη, ανεγείρω. || (επέκτ.): στήνω ένα μνημείο / ένα οδόφραγμα, κατασκευάζω. β. συναρμολογώ τα διάφορα τμήματα μιας κατασκευής, έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή να λειτουργήσει: Οι κατασκηνωτές έστησαν τις σκηνές τους. Στήθηκαν οι μηχανές / οι αργαλειοί στο εργοστάσιο. Έστησα το τραπέζι / τη βιβλιοθήκη. || στήνω ένα στρατόπεδο / έναν καταυλισμό. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στήνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15