σκουπίζω  Verb  [skupizo, skoypizw]

Ähnliche Bedeutung wie σκουπίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σκουπίζω

... Ανατολική Κρήτη η σκούπα και Φινοκαλίζω = σκουπίζω. Είναι η βυζαντινή λέξη το φινοκάλιν και φινοκαλώ = σαρώνω, σκουπίζω. Το όνομα πιστεύεται ότι έχει τη προέλευση ...

... Λύσιππο και αναπαριστά έναν αθλητή την στιγμή που, κατά τη συνήθη τακτική, σκουπίζει την σκόνη, το λάδι και τον ιδρώτα από το δέρμα του χρησιμοποιώντας την ...

... ιερέας κατα την Θεία Μετάληψη στη βάση του Αγίου Ποτηρίου. Οι πιστοί σκουπίζουν με αυτό το στόμα τους μετά το τέλος της Θείας Μετάληψης. Ο πιστός θα πρέπει ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΚΟΥΠΙΖΩ
I sweep
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκουπίζωσκουπίζουμε, σκουπίζομεσκουπίζομαισκουπιζόμαστε
σκουπίζειςσκουπίζετεσκουπίζεσαισκουπίζεστε, σκουπιζόσαστε
σκουπίζεισκουπίζουν(ε)σκουπίζεταισκουπίζονται
Imper
fekt
σκούπιζασκουπίζαμεσκουπιζόμουν(α)σκουπιζόμαστε, σκουπιζόμασταν
σκούπιζεςσκουπίζατεσκουπιζόσουν(α)σκουπιζόσαστε, σκουπιζόσασταν
σκούπιζεσκούπιζαν, σκουπίζαν(ε)σκουπιζόταν(ε)σκουπίζονταν, σκουπιζόντανε, σκουπιζόντουσαν
Aoristσκούπισασκουπίσαμεσκουπίστηκασκουπιστήκαμε
σκούπισεςσκουπίσατεσκουπίστηκεςσκουπιστήκατε
σκούπισεσκούπισαν, σκουπίσαν(ε)σκουπίστηκεσκουπίστηκαν, σκουπιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σκουπίσει
έχω σκουπισμένο
έχουμε σκουπίσει
έχουμε σκουπισμένο
έχω σκουπιστεί
είμαι σκουπισμένος, -η
έχουμε σκουπιστεί
είμαστε σκουπισμένοι, -ες
έχεις σκουπίσει
έχεις σκουπισμένο
έχετε σκουπίσει
έχετε σκουπισμένο
έχεις σκουπιστεί
είσαι σκουπισμένος, -η
έχετε σκουπιστεί
είστε σκουπισμένοι, -ες
έχει σκουπίσει
έχει σκουπισμένο
έχουν σκουπίσει
έχουν σκουπισμένο
έχει σκουπιστεί
είναι σκουπισμένος, -η, -ο
έχουν σκουπιστεί
είναι σκουπισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σκουπίσει
είχα σκουπισμένο
είχαμε σκουπίσει
είχαμε σκουπισμένο
είχα σκουπιστεί
ήμουν σκουπισμένος, -η
είχαμε σκουπιστεί
ήμαστε σκουπισμένοι, -ες
είχες σκουπίσει
είχες σκουπισμένο
είχατε σκουπίσει
είχατε σκουπισμένο
είχες σκουπιστεί
ήσουν σκουπισμένος, -η
είχατε σκουπιστεί
ήσαστε σκουπισμένοι, -ες
είχε σκουπίσει
είχε σκουπισμένο
είχαν σκουπίσει
είχαν σκουπισμένο
είχε σκουπιστεί
ήταν σκουπισμένος, -η, -ο
είχαν σκουπιστεί
ήταν σκουπισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκουπίζωθα σκουπίζουμε, θα σκουπίζομεθα σκουπίζομαιθα σκουπιζόμαστε
θα σκουπίζειςθα σκουπίζετεθα σκουπίζεσαιθα σκουπίζεστε, θα σκουπιζόσαστε
θα σκουπίζειθα σκουπίζουν(ε)θα σκουπίζεταιθα σκουπίζονται
Fut
ur
θα σκουπίσωθα σκουπίσουμε, θα σκουπίζομεθα σκουπιστώθα σκουπιστούμε
θα σκουπίσειςθα σκουπίσετεθα σκουπιστείςθα σκουπιστείτε
θα σκουπίσειθα σκουπίσουν(ε)θα σκουπιστείθα σκουπιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκουπίσει
θα έχω σκουπισμένο
θα έχουμε σκουπίσει
θα έχουμε σκουπισμένο
θα έχω σκουπιστεί
θα είμαι σκουπισμένος, -η
θα έχουμε σκουπιστεί
θα είμαστε σκουπισμένοι, -ες
θα έχεις σκουπίσει
θα έχεις σκουπισμένο
θα έχετε σκουπίσει
θα έχετε σκουπισμένο
θα έχεις σκουπιστεί
θα είσαι σκουπισμένος, -η
θα έχετε σκουπιστεί
θα είστε σκουπισμένοι, -ες
θα έχει σκουπίσει
θα έχει σκουπισμένο
θα έχουν σκουπίσει
θα έχουν σκουπισμένο
θα έχει σκουπιστεί
θα είναι σκουπισμένος, -η, -ο
θα έχουν σκουπιστεί
θα είναι σκουπισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκουπίζωνα σκουπίζουμε, να σκουπίζομενα σκουπίζομαινα σκουπιζόμαστε
να σκουπίζειςνα σκουπίζετενα σκουπίζεσαινα σκουπίζεστε, να σκουπιζόσαστε
να σκουπίζεινα σκουπίζουν(ε)να σκουπίζεταινα σκουπίζονται
Aoristνα σκουπίσωνα σκουπίσουμε, να σκουπίσομενα σκουπιστώνα σκουπιστούμε
να σκουπίσειςνα σκουπίσετενα σκουπιστείςνα σκουπιστείτε
να σκουπίσεινα σκουπίσουν(ε)να σκουπιστείνα σκουπιστούν(ε)
Perfνα έχω σκουπίσει
να έχω σκουπισμένο
να έχουμε σκουπίσει
να έχουμε σκουπισμένο
να έχω σκουπιστεί
να είμαι σκουπισμένος, -η
να έχουμε σκουπιστεί
να είμαστε σκουπισμένοι, -ες
να έχεις σκουπίσει
να έχεις σκουπισμένο
να έχετε σκουπίσει
να έχετε σκουπισμένο
να έχεις σκουπιστεί
να είσαι σκουπισμένος, -η
να έχετε σκουπιστεί
να είστε σκουπισμένοι, -ες
να έχει σκουπίσει
να έχει σκουπισμένο
να έχουν σκουπίσει
να έχουν σκουπισμένο
να έχει σκουπιστεί
να είναι σκουπισμένος, -η, -ο
να έχουν σκουπιστεί
να είναι σκουπισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσκούπιζεσκουπίζετεσκουπίζεστε
Aoristσκούπισεσκουπίστεσκουπίσουσκουπιστείτε
Part
izip
Presσκουπίζονταςσκουπιζόμενος
Perfέχοντας σκουπίσει, έχοντας σκουπισμένοσκουπισμένος, -η, -οσκουπισμένοι, -ες, -α
InfinAoristσκουπίσεισκουπιστεί





Person Wortform
Präsens ich kehre
du kehrst
er, sie, es kehrt
Präteritum ich kehrte
Konjunktiv II ich kehrte
Imperativ Singular kehre!
Plural kehrt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekehrt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kehren



Person Wortform
Präsens ich fege
du fegst
er, sie, es fegt
Präteritum ich fegte
Konjunktiv II ich fegte
Imperativ Singular fege!
Plural fegt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gefegt haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:fegen








Griechische Definition zu σκουπίζω

σκουπίζω [skupízo] -ομαι : 1. απομακρύνω με τη σκούπα από το έδαφος ή το πάτωμα σκόνες, σκουπίδια κτλ.: σκουπίζω το σπίτι / την αυλή / το πεζο δρόμιο. Σκούπισες το δωμάτιό σου; Mη σκουπίζεις τη νύχτα. Σκούπισα τα ξερά φύλλα. σκουπίζω το χαλί. || Mε τη φούστα της σκούπισε όλο το πάτωμα, όταν κτ. σέρνεται κάτω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σκουπίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15