σκορπίζω Verb  [skorpizo, skorpizw]

  Verb
(0)
(0)
vertun (ugs.)
  Verb
(0)

Etymologie zu σκορπίζω

σκορπίζω altgriechisch σκορπίζω σκορπίος indoeuropäisch (Wurzel) *(s)ker- (κόβω)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu σκορπίζω


AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκορπίζωσκορπίζουμε, σκορπίζομεσκορπίζομαισκορπιζόμαστε
σκορπίζειςσκορπίζετεσκορπίζεσαισκορπίζεστε, σκορπιζόσαστε
σκορπίζεισκορπίζουν(ε)σκορπίζεταισκορπίζονται
Imper
fekt
σκόρπιζασκορπίζαμεσκορπιζόμουν(α)σκορπιζόμαστε, σκορπιζόμασταν
σκόρπιζεςσκορπίζατεσκορπιζόσουν(α)σκορπιζόσαστε, σκορπιζόσασταν
σκόρπιζεσκόρπιζαν, σκορπίζαν(ε)σκορπιζόταν(ε)σκορπίζονταν, σκορπιζόντανε, σκορπιζόντουσαν
Aoristσκόρπισασκορπίσαμεσκορπίστηκασκορπιστήκαμε
σκόρπισεςσκορπίσατεσκορπίστηκεςσκορπιστήκατε
σκόρπισεσκόρπισαν, σκορπίσαν(ε)σκορπίστηκεσκορπίστηκαν, σκορπιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω σκορπίσει
έχω σκορπισμένο
έχουμε σκορπίσει
έχουμε σκορπισμένο
έχω σκορπιστεί
είμαι σκορπισμένος, -η
έχουμε σκορπιστεί
είμαστε σκορπισμένοι, -ες
έχεις σκορπίσει
έχεις σκορπισμένο
έχετε σκορπίσει
έχετε σκορπισμένο
έχεις σκορπιστεί
είσαι σκορπισμένος, -η
έχετε σκορπιστεί
είστε σκορπισμένοι, -ες
έχει σκορπίσει
έχει σκορπισμένο
έχουν σκορπίσει
έχουν σκορπισμένο
έχει σκορπιστεί
είναι σκορπισμένος, -η, -ο
έχουν σκορπιστεί
είναι σκορπισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα σκορπίσει
είχα σκορπισμένο
είχαμε σκορπίσει
είχαμε σκορπισμένο
είχα σκορπιστεί
ήμουν σκορπισμένος, -η
είχαμε σκορπιστεί
ήμαστε σκορπισμένοι, -ες
είχες σκορπίσει
είχες σκορπισμένο
είχατε σκορπίσει
είχατε σκορπισμένο
είχες σκορπιστεί
ήσουν σκορπισμένος, -η
είχατε σκορπιστεί
ήσαστε σκορπισμένοι, -ες
είχε σκορπίσει
είχε σκορπισμένο
είχαν σκορπίσει
είχαν σκορπισμένο
είχε σκορπιστεί
ήταν σκορπισμένος, -η, -ο
είχαν σκορπιστεί
ήταν σκορπισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκορπίζωθα σκορπίζουμε,
θα σκορπίζομε
θα σκορπίζομαιθα σκορπιζόμαστε
θα σκορπίζειςθα σκορπίζετεθα σκορπίζεσαιθα σκορπίζεστε,
θα σκορπιζόσαστε
θα σκορπίζειθα σκορπίζουν(ε)θα σκορπίζεταιθα σκορπίζονται
Fut
ur
θα σκορπίσωθα σκορπίσουμε,
θα σκορπίζομε
θα σκορπιστώθα σκορπιστούμε
θα σκορπίσειςθα σκορπίσετεθα σκορπιστείςθα σκορπιστείτε
θα σκορπίσειθα σκορπίσουν(ε)θα σκορπιστείθα σκορπιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκορπίσει
θα έχω σκορπισμένο
θα έχουμε σκορπίσει
θα έχουμε σκορπισμένο
θα έχω σκορπιστεί
θα είμαι σκορπισμένος, -η
θα έχουμε σκορπιστεί
θα είμαστε σκορπισμένοι, -ες
θα έχεις σκορπίσει
θα έχεις σκορπισμένο
θα έχετε σκορπίσει
θα έχετε σκορπισμένο
θα έχεις σκορπιστεί
θα είσαι σκορπισμένος, -η
θα έχετε σκορπιστεί
θα είστε σκορπισμένοι, -ες
θα έχει σκορπίσει
θα έχει σκορπισμένο
θα έχουν σκορπίσει
θα έχουν σκορπισμένο
θα έχει σκορπιστεί
θα είναι σκορπισμένος, -η, -ο
θα έχουν σκορπιστεί
θα είναι σκορπισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκορπίζωνα σκορπίζουμε,
να σκορπίζομε
να σκορπίζομαινα σκορπιζόμαστε
να σκορπίζειςνα σκορπίζετενα σκορπίζεσαινα σκορπίζεστε,
να σκορπιζόσαστε
να σκορπίζεινα σκορπίζουν(ε)να σκορπίζεταινα σκορπίζονται
Aoristνα σκορπίσωνα σκορπίσουμε,
να σκορπίσομε
να σκορπιστώνα σκορπιστούμε
να σκορπίσειςνα σκορπίσετενα σκορπιστείςνα σκορπιστείτε
να σκορπίσεινα σκορπίσουν(ε)να σκορπιστείνα σκορπιστούν(ε)
Perfνα έχω σκορπίσει
να έχω σκορπισμένο
να έχουμε σκορπίσει
να έχουμε σκορπισμένο
να έχω σκορπιστεί
να είμαι σκορπισμένος, -η
να έχουμε σκορπιστεί
να είμαστε σκορπισμένοι, -ες
να έχεις σκορπίσει
να έχεις σκορπισμένο
να έχετε σκορπίσει
να έχετε σκορπισμένο
να έχεις σκορπιστεί
να είσαι σκορπισμένος, -η
να έχετε σκορπιστεί
να είστε σκορπισμένοι, -ες
να έχει σκορπίσει
να έχει σκορπισμένο
να έχουν σκορπίσει
να έχουν σκορπισμένο
να έχει σκορπιστεί
να είναι σκορπισμένος, -η, -ο
να έχουν σκορπιστεί
να είναι σκορπισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσκόρπιζεσκορπίζετεσκορπίζεστε
Aoristσκόρπισεσκορπίστεσκορπίσουσκορπιστείτε
Part
izip
Presσκορπίζονταςσκορπιζόμενος
Perfέχοντας σκορπίσει
έχοντας σκορπισμένο
σκορπισμένος, -η, -οσκορπισμένοι, -ες, -α
InfinAoristσκορπίσεισκορπιστεί







Griechische Definition zu σκορπίζω

σκορπίζω [skorpízo] -ομαι : 1α. απλώνω με τρόπο άτακτο, προς διάφορες κατευθύνσεις και σε μεγάλη έκταση, στοιχεία που αποτελούσαν ένα σύνολο, ένα σωρό: Ο άνεμος σκόρπισε τα ξερά φύλλα / τις στάχτες. Yπήρχαν γυαλιά σκορπισμένα παντού. Mη σκορπάς τα ρούχα σου στο πάτωμα. || Tα σύννεφα σκόρπισαν και βγήκε ο ήλιος, διαλύθηκαν. (έκφρ.) Iησούς Xριστός* νικά κι όλα τα κακά σκορπά. β. για συγκεντρωμένο πλήθος ή ομάδα ανθρώπων που φεύγει προς διαφορετικές κατευθύνσεις: Οι περιπατητές σκόρπισαν μόλις άρχισε η βροχή. H αστυνομία χρησιμοποιώντας δακρυγόνα σκόρπισε τους διαδηλωτές. Mε το πρώτο γιουρούσι σκορπίσαμε τους Tούρκους. || Ο ένας παντρεύτηκε, ο άλλος διορίστηκε στην επαρχία, σκόρπισε η παλιά παρέα. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback