σκορπίζω  

  • ausschütteln
    upvotedownvote
  • streuen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... χαλαρώνουν. Αποτελείται από τα «δια» και «σκεδάζω» σημαίνοντας «δια-σκορπίζω» (από το αρχαίο διασκεδάννυμι, το οποίο σημαίνει και διαλύω, εξανεμίζω ...

... Λέων της Νεμέας ήταν ένα λιοντάρι που ζούσε στην περιοχή της Νεμέας και σκόρπιζε το φόβο. Ήταν απόγονος του Τυφώνος και της Έχιδνας ή του Όρθρου και της ...

... τελευταίοι, άπληστοι και ξένοι στον τόπο, έσκαψαν τους βασιλικούς τάφους, σκορπίζοντας τα λείψανα καθώς έψαχναν για χρυσό. Ο Πύρρος αδιαφόρησε ή φοβήθηκε να ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

skorpizo, skorpizw


Deutsche Synonyme zu: σκορπίζω

ausschlenkern ausschlackern ausschütteln (etwas) hin- und herschlackern bestreuen streuen bepudern einpudern bestäuben überstreuen überpudern metastasieren Metastasen bilden absiedeln Absiedelungen bilden

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15