σκορπίζω  Verb  [skorpizo, skorpizw]

Ähnliche Bedeutung wie σκορπίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σκορπίζω

... χαλαρώνουν. Αποτελείται από τα «δια» και «σκεδάζω» σημαίνοντας «δια-σκορπίζω» (από το αρχαίο διασκεδάννυμι, το οποίο σημαίνει και διαλύω, εξανεμίζω ...

... Λέων της Νεμέας ήταν ένα λιοντάρι που ζούσε στην περιοχή της Νεμέας και σκόρπιζε το φόβο. Ήταν απόγονος του Τυφώνος και της Έχιδνας ή του Όρθρου και της ...

... τελευταίοι, άπληστοι και ξένοι στον τόπο, έσκαψαν τους βασιλικούς τάφους, σκορπίζοντας τα λείψανα καθώς έψαχναν για χρυσό. Ο Πύρρος αδιαφόρησε ή φοβήθηκε να ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze streuen

... Er möchte, dass man nach seinem Tod seine Asche in den Ozean streuen soll. ...

... sich zunächst Salz auf die bloße Haut streuen (häufig auf den Unterarm), darauf dann Eis legen (meist in Form von Eiswürfeln). Dabei entsteht ein Gefühl ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΣΚΟΡΠΙΖΩ
I scatter
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκορπίζωσκορπίζουμε, σκορπίζομεσκορπίζομαισκορπιζόμαστε
σκορπίζειςσκορπίζετεσκορπίζεσαισκορπίζεστε, σκορπιζόσαστε
σκορπίζεισκορπίζουν(ε)σκορπίζεταισκορπίζονται
Imper
fekt
σκόρπιζασκορπίζαμεσκορπιζόμουν(α)σκορπιζόμαστε, σκορπιζόμασταν
σκόρπιζεςσκορπίζατεσκορπιζόσουν(α)σκορπιζόσαστε, σκορπιζόσασταν
σκόρπιζεσκόρπιζαν, σκορπίζαν(ε)σκορπιζόταν(ε)σκορπίζονταν, σκορπιζόντανε, σκορπιζόντουσαν
Aoristσκόρπισασκορπίσαμεσκορπίστηκασκορπιστήκαμε
σκόρπισεςσκορπίσατεσκορπίστηκεςσκορπιστήκατε
σκόρπισεσκόρπισαν, σκορπίσαν(ε)σκορπίστηκεσκορπίστηκαν, σκορπιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σκορπίσει
έχω σκορπισμένο
έχουμε σκορπίσει
έχουμε σκορπισμένο
έχω σκορπιστεί
είμαι σκορπισμένος, -η
έχουμε σκορπιστεί
είμαστε σκορπισμένοι, -ες
έχεις σκορπίσει
έχεις σκορπισμένο
έχετε σκορπίσει
έχετε σκορπισμένο
έχεις σκορπιστεί
είσαι σκορπισμένος, -η
έχετε σκορπιστεί
είστε σκορπισμένοι, -ες
έχει σκορπίσει
έχει σκορπισμένο
έχουν σκορπίσει
έχουν σκορπισμένο
έχει σκορπιστεί
είναι σκορπισμένος, -η, -ο
έχουν σκορπιστεί
είναι σκορπισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σκορπίσει
είχα σκορπισμένο
είχαμε σκορπίσει
είχαμε σκορπισμένο
είχα σκορπιστεί
ήμουν σκορπισμένος, -η
είχαμε σκορπιστεί
ήμαστε σκορπισμένοι, -ες
είχες σκορπίσει
είχες σκορπισμένο
είχατε σκορπίσει
είχατε σκορπισμένο
είχες σκορπιστεί
ήσουν σκορπισμένος, -η
είχατε σκορπιστεί
ήσαστε σκορπισμένοι, -ες
είχε σκορπίσει
είχε σκορπισμένο
είχαν σκορπίσει
είχαν σκορπισμένο
είχε σκορπιστεί
ήταν σκορπισμένος, -η, -ο
είχαν σκορπιστεί
ήταν σκορπισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκορπίζωθα σκορπίζουμε,
θα σκορπίζομε
θα σκορπίζομαιθα σκορπιζόμαστε
θα σκορπίζειςθα σκορπίζετεθα σκορπίζεσαιθα σκορπίζεστε,
θα σκορπιζόσαστε
θα σκορπίζειθα σκορπίζουν(ε)θα σκορπίζεταιθα σκορπίζονται
Fut
ur
θα σκορπίσωθα σκορπίσουμε,
θα σκορπίζομε
θα σκορπιστώθα σκορπιστούμε
θα σκορπίσειςθα σκορπίσετεθα σκορπιστείςθα σκορπιστείτε
θα σκορπίσειθα σκορπίσουν(ε)θα σκορπιστείθα σκορπιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκορπίσει
θα έχω σκορπισμένο
θα έχουμε σκορπίσει
θα έχουμε σκορπισμένο
θα έχω σκορπιστεί
θα είμαι σκορπισμένος, -η
θα έχουμε σκορπιστεί
θα είμαστε σκορπισμένοι, -ες
θα έχεις σκορπίσει
θα έχεις σκορπισμένο
θα έχετε σκορπίσει
θα έχετε σκορπισμένο
θα έχεις σκορπιστεί
θα είσαι σκορπισμένος, -η
θα έχετε σκορπιστεί
θα είστε σκορπισμένοι, -ες
θα έχει σκορπίσει
θα έχει σκορπισμένο
θα έχουν σκορπίσει
θα έχουν σκορπισμένο
θα έχει σκορπιστεί
θα είναι σκορπισμένος, -η, -ο
θα έχουν σκορπιστεί
θα είναι σκορπισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκορπίζωνα σκορπίζουμε,
να σκορπίζομε
να σκορπίζομαινα σκορπιζόμαστε
να σκορπίζειςνα σκορπίζετενα σκορπίζεσαινα σκορπίζεστε,
να σκορπιζόσαστε
να σκορπίζεινα σκορπίζουν(ε)να σκορπίζεταινα σκορπίζονται
Aoristνα σκορπίσωνα σκορπίσουμε,
να σκορπίσομε
να σκορπιστώνα σκορπιστούμε
να σκορπίσειςνα σκορπίσετενα σκορπιστείςνα σκορπιστείτε
να σκορπίσεινα σκορπίσουν(ε)να σκορπιστείνα σκορπιστούν(ε)
Perfνα έχω σκορπίσει
να έχω σκορπισμένο
να έχουμε σκορπίσει
να έχουμε σκορπισμένο
να έχω σκορπιστεί
να είμαι σκορπισμένος, -η
να έχουμε σκορπιστεί
να είμαστε σκορπισμένοι, -ες
να έχεις σκορπίσει
να έχεις σκορπισμένο
να έχετε σκορπίσει
να έχετε σκορπισμένο
να έχεις σκορπιστεί
να είσαι σκορπισμένος, -η
να έχετε σκορπιστεί
να είστε σκορπισμένοι, -ες
να έχει σκορπίσει
να έχει σκορπισμένο
να έχουν σκορπίσει
να έχουν σκορπισμένο
να έχει σκορπιστεί
να είναι σκορπισμένος, -η, -ο
να έχουν σκορπιστεί
να είναι σκορπισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσκόρπιζεσκορπίζετεσκορπίζεστε
Aoristσκόρπισεσκορπίστεσκορπίσουσκορπιστείτε
Part
izip
Presσκορπίζονταςσκορπιζόμενος
Perfέχοντας σκορπίσει
έχοντας σκορπισμένο
σκορπισμένος, -η, -οσκορπισμένοι, -ες, -α
InfinAoristσκορπίσεισκορπιστεί






Griechische Definition zu σκορπίζω

σκορπίζω [skorpízo] -ομαι : 1α. απλώνω με τρόπο άτακτο, προς διάφορες κατευθύνσεις και σε μεγάλη έκταση, στοιχεία που αποτελούσαν ένα σύνολο, ένα σωρό: Ο άνεμος σκόρπισε τα ξερά φύλλα / τις στάχτες. Yπήρχαν γυαλιά σκορπισμένα παντού. Mη σκορπάς τα ρούχα σου στο πάτωμα. || Tα σύννεφα σκόρπισαν και βγήκε ο ήλιος, διαλύθηκαν. (έκφρ.) Iησούς Xριστός* νικά κι όλα τα κακά σκορπά. β. για συγκεντρωμένο πλήθος ή ομάδα ανθρώπων που φεύγει προς διαφορετικές κατευθύνσεις: Οι περιπατητές σκόρπισαν μόλις άρχισε η βροχή. H αστυνομία χρησιμοποιώντας δακρυγόνα σκόρπισε τους διαδηλωτές. Mε το πρώτο γιουρούσι σκορπίσαμε τους Tούρκους. || Ο ένας παντρεύτηκε, ο άλλος διορίστηκε στην επαρχία, σκόρπισε η παλιά παρέα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σκορπίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15