σερβίρω  Verb  [serviro, serbirw]

Ähnliche Bedeutung wie σερβίρω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σερβίρω

... στην έκφραση «τα κάνω σαλάτα» δηλαδή, προκαλώ μπέρδεμα ή αποτυγχάνω παταγωδώς. Σερβίρεται συνήθως κρύα, αν και κάποιες πατατοσαλάτες σερβίρονται ζεστές. ...

... Οι μεζέδες είναι τα μικρά πιάτα ή ορεκτικά που σερβίρονται για να συνοδέψουν τη κατανάλωση ποτού / αλκοόλ. Η λέξη προέρχεται από τα περσικά μαζέ (مزه) ...

... γεύματα, που συνήθως σερβίρονται με κρασί, με ούζο ή με τσίπουρο σε μεζεδοπωλεία, ουζερί και τσιπουράδικα, αλλά επίσης σερβίρονται και σε επισκέπτες που ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze anrichten

... Wir müssen ihm das Handwerk legen, bevor er noch mehr Schaden anrichten kann. ...

Quelle: freddy1

Grammatik


ΣΕΡΒΙΡΩ
I serve
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σερβίρωσερβίρουμε, σερβίρομεσερβίρομαι, σερβιρίζομαισερβιριζόμαστε
σερβίρειςσερβίρετεσερβίρεσαι, σερβιρίζεσαισερβίρεστε, σερβιριζόσαστε
σερβίρεισερβίρουν(ε)σερβίρεται, σερβιρίζεταισερβίρονται, σερβιρίζονται
Imper
fekt
σερβίριζα, σέρβιρασερβίραμεσερβιριζόμουν(α)σερβιριζόμαστε, σερβιριζόμασταν
σερβίριζες, σέρβιρεςσερβίρατεσερβιριζόσουν(α)σερβιριζόσαστε, σερβιριζόσασταν
σερβίριζε, σέρβιρεσερβίριζαν, σερβίραν(ε)σερβιριζόταν(ε)σερβίρονταν, σερβιριζόντανε, σερβιριζόντουσαν
Aoristσέρβιρα, σερβίρισασερβίραμεσερβιρίστηκασερβιριστήκαμε
σέρβιρες, σερβίρισεςσερβίρατεσερβιρίστηκεςσερβιριστήκατε
σέρβιρε, σερβίρισεσερβίραν(ε), σερβίρισανσερβιρίστηκεσερβιρίστηκαν, σερβιριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σερβίρει
έχω σερβιρισμένο
έχουμε σερβίρει
έχουμε σερβιρισμένο
έχω σερβιριστεί
είμαι σερβιρισμένος, -η
έχουμε σερβιριστεί
είμαστε σερβιρισμένοι, -ες
έχεις σερβίρει
έχεις σερβιρισμένο
έχετε σερβίρει
έχετε σερβιρισμένο
έχεις σερβιριστεί
είσαι σερβιρισμένος, -η
έχετε σερβιριστεί
είστε σερβιρισμένοι, -ες
έχει σερβίρει
έχει σερβιρισμένο
έχουν σερβίρει
έχουν σερβιρισμένο
έχει σερβιριστεί
είναι σερβιρισμένος, -η, -ο
έχουν σερβιριστεί
είναι σερβιρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σερβίρει
είχα σερβιρισμένο
είχαμε σερβίρει
είχαμε σερβιρισμένο
είχα σερβιριστεί
ήμουν σερβιρισμένος, -η
είχαμε σερβιριστεί
ήμαστε σερβιρισμένοι, -ες
είχες σερβίρει
είχες σερβιρισμένο
είχατε σερβίρει
είχατε σερβιρισμένο
είχες σερβιριστεί
ήσουν σερβιρισμένος, -η
είχατε σερβιριστεί
ήσαστε σερβιρισμένοι, -ες
είχε σερβίρει
είχε σερβιρισμένο
είχαν σερβίρει
είχαν σερβιρισμένο
είχε σερβιριστεί
ήταν σερβιρισμένος, -η, -ο
είχαν σερβιριστεί
ήταν σερβιρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σερβίρωθα σερβίρουμε, θα σερβίρομεθα σερβίρομαιθα σερβιριζόμαστε
θα σερβίρειςθα σερβίρετεθα σερβίρεσαιθα σερβίρεστε, θα σερβιριζόσαστε
θα σερβίρειθα σερβίρουν(ε)θα σερβίρεταιθα σερβίρονται
Fut
ur
θα σερβίρωθα σερβίρουμε, θα σερβίρομεθα σερβιριστώθα σερβιριστούμε
θα σερβίρειςθα σερβίρετεθα σερβιριστείςθα σερβιριστείτε
θα σερβίρειθα σερβίρουν(ε)θα σερβιριστείθα σερβιριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σερβίρει
θα έχω σερβιρισμένο
θα έχουμε σερβίρει
θα έχουμε σερβιρισμένο
θα έχω σερβιριστεί
θα είμαι σερβιρισμένος, -η
θα έχουμε σερβιριστεί
θα είμαστε σερβιρισμένοι, -ες
θα έχεις σερβίρει
θα έχεις σερβιρισμένο
θα έχετε σερβίρει
θα έχετε σερβιρισμένο
θα έχεις σερβιριστεί
θα είσαι σερβιρισμένος, -η
θα έχετε σερβιριστεί
θα είστε σερβιρισμένοι, -ες
θα έχει σερβίρει
θα έχει σερβιρισμένο
θα έχουν σερβίρει
θα έχουν σερβιρισμένο
θα έχει σερβιριστεί
θα είναι σερβιρισμένος, -η, -ο
θα έχουν σερβιριστεί
θα είναι σερβιρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σερβίρωνα σερβίρουμε, να σερβίρομενα σερβίρομαινα σερβιριζόμαστε
να σερβίρειςνα σερβίρετενα σερβίρεσαινα σερβίρεστε, να σερβιριζόσαστε
να σερβίρεινα σερβίρουν(ε)να σερβίρεταινα σερβίρονται
Aoristνα σερβίρωνα σερβίρουμε, να σερβίρομενα σερβιριστώνα σερβιριστούμε
να σερβίρειςνα σερβίρετενα σερβιριστείςνα σερβιριστείτε
να σερβίρεινα σερβίρουν(ε)να σερβιριστείνα σερβιριστούν(ε)
Perfνα έχω σερβίρει
να έχω σερβιρισμένο
να έχουμε σερβίρει
να έχουμε σερβιρισμένο
να έχω σερβιριστεί
να είμαι σερβιρισμένος, -η
να έχουμε σερβιριστεί
να είμαστε σερβιρισμένοι, -ες
να έχεις σερβίρει
να έχεις σερβιρισμένο
να έχετε σερβίρει
να έχετε σερβιρισμένο
να έχεις σερβιριστεί
να είσαι σερβιρισμένος, -η
να έχετε σερβιριστεί
να είστε σερβιρισμένοι, -ες
να έχει σερβίρει
να έχει σερβιρισμένο
να έχουν σερβίρει
να έχουν σερβιρισμένο
να έχει σερβιριστεί
να είναι σερβιρισμένος, -η, -ο
να έχουν σερβιριστεί
να είναι σερβιρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσέρβιρε, σερβίριζεσερβίρετεσερβίρεστε
Aoristσέρβιρε, σερβίρισεσερβίρετε(σερβιρίσου)σερβιριστείτε
Part
izip
Presσερβίροντας
Perfέχοντας σερβίρει, έχοντας σερβιρισμένοσερβιρισμένος, -η, -οσερβιρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristσερβίρεισερβιριστεί








Griechische Definition zu σερβίρω

σερβίρω [servíro] -ομαι : 1α. προσφέρω, παραθέτω φαγητό σε κπ. που κάθεται συνήθ. στο τραπέζι: Tην ώρα που φτάσαμε τους σερβίριζε να φάνε. Tι ώρα να σερβίρω; || βάζω φαγητό σε κάθε πιάτο χωριστά από την πιατέλα ή την κατσαρόλα: σερβίρω το κρέας / τη σαλάτα. Tο φαγητό είναι ήδη σερβιρισμένο. Mπορώ να σας σερβίρω λίγο κρέας ακόμα; Bοήθησέ με να σερβίρω το γλυκό. Σερβιριστείτε μόνοι σας! β. (συνήθ. παθ.) προσφέρω τα φαγητά ή τα ποτά με έναν ορισμένο τρόπο: Tο ψάρι σερβίρεται σε μακρόστενη πιατέλα. Tο ψάρι σερβίρεται με μαγιονέ ζα, συνοδεύεται από… Tο ουίσκι σερβίρεται με παγάκια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σερβίρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15