ράβω  Verb  [ravo, rabw]


Beispielsätze ράβω

... Ο όρος Ραββίνος ή Ραβίνος προέρχεται από την εβραϊκή λέξη ραβί που σημαίνει «μεγάλος, έξοχος». Τον πρώτο αιώνα Κ.Χ. αποτελούσε τίτλο τιμής αλλά και μορφή ...

... Ο Ραβί Σανκάρ (Βεγγαλέζικα: রবিশঙ্কর, Χίντι: रवि शंकर, ΔΦΑ: [rɔbi ʃɔŋkɔr] - 7 Απριλίου του 1920 - 11 Δεκεμβρίου του 2012), γεννήθηκε ως Ραμπίντρα Σανκάρ ...

... για μήνες, και προβλήθηκε ακόμα και στην Αμερική και στην Κίνα. Όταν ο Ραβί Λεβ μελετάει τους αστερισμούς, προαισθάνεται ότι κάποιος σοβαρός κίνδυνος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze nahen

... Wird es in der nahen Zukunft ein Erdbeben geben? ...

... Diese Stadt lockt Touristen nicht nur mit zahlreichen, liebevoll restaurierten historischen Denkmälern, sondern auch mit dem Reiz der umgebenden Landschaft und der nahen Küste. ...

... Ein schwacher Wind wehte vom nahen Meer Salzgeruch heran. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΡΑΒΩ
I sew
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ράβωράβουμε, ράβομεράβομαιραβόμαστε
ράβειςράβετεράβεσαιράβεστε, ραβόσαστε
ράβειράβουν(ε)ράβεταιράβονται
Imper
fekt
έραβαράβαμεραβόμουν(α)ραβόμαστε, ραβόμασταν
έραβεςράβατεραβόσουν(α)ραβόσαστε, ραβόσασταν
έραβεέραβαν, ράβαν(ε)ραβόταν(ε)ράβονταν, ραβόντανε, ραβόντουσαν
Aoristέραψαράψαμεράφτηκαραφτήκαμε
έραψεςράψατεράφτηκεςραφτήκατε
έραψεέραψαν, ράψαν(ε)ράφτηκεράφτηκαν, ραφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ράψει
έχω ραμμένο
έχουμε ράψει
έχουμε ραμμένο
έχω ραφτεί
είμαι ραμμένος, -η
έχουμε ραφτεί
είμαστε ραμμένοι, -ες
έχεις ράψει
έχεις ραμμένο
έχετε ράψει
έχεις ραμμένο
έχεις ραφτεί
είσαι ραμμένος, -η
έχετε ραφτεί
είστε ραμμένοι, -ες
έχει ράψει
έχει ραμμένο
έχουν ράψει
έχουν ραμμένο
έχει ραφτεί
είναι ραμμένος, -η, -ο
έχουν ραφτεί
είναι ραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ράψει
είχα ραμμένο
είχαμε ράψει
είχαμε ραμμένο
είχα ραφτεί
ήμουν ραμμένος, -η
είχαμε ραφτεί
ήμαστε ραμμένοι, -ες
είχες ράψει
είχες ραμμένο
είχατε ράψει
είχατε ραμμένο
είχες ραφτεί
ήσουν ραμμένος, -η
είχατε ραφτεί
ήσαστε ραμμένοι, -ες
είχε ράψει
είχε ραμμένο
είχαν ράψει
είχαν ραμμένο
είχε ραφτεί
ήταν ραμμένος, -η, -ο
είχαν ραφτεί
ήταν ραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ράβωθα ράβουμε, θα ράβομεθα ράβομαιθα ραβόμαστε
θα ράβειςθα ράβετεθα ράβεσαιθα ράβεστε, θα ραβόσαστε
θα ράβειθα ράβουν(ε)θα ράβεταιθα ράβονται
Fut
ur
θα ράψωθα ράψουμε, θα ράψομεθα ραφτώθα ραφτούμε
θα ράψειςθα ράψετεθα ραφτείςθα ραφτείτε
θα ράψειθα ράψουν(ε)θα ραφτείθα ραφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ράψει
θα έχω ραμμένο
θα έχουμε ράψει
θα έχουμε ραμμένο
θα έχω ραφτεί
θα είμαι ραμμένος, -η
θα έχουμε ραφτεί
θα είμαστε ραμμένοι, -ες
θα έχεις ράψει
θα έχεις ραμμένο
θα έχετε ράψει
θα έχετε ραμμένο
θα έχεις ραφτεί
θα είσαι ραμμένος, -η
θα έχετε ραφτεί
θα είστε ραμμένοι, -ες
θα έχει ράψει
θα έχει ραμμένο
θα έχουν ράψει
θα έχουν ραμμένο
θα έχει ραφτεί
θα είναι ραμμένος, -η, -ο
θα έχουν ραφτεί
θα είναι ραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ράβωνα ράβουμε, να ράβομενα ράβομαινα ραβόμαστε
να ράβειςνα ράβετενα ράβεσαινα ράβεστε, να ραβόσαστε
να ράβεινα ράβουν(ε)να ράβεταινα ράβονται
Aoristνα ράψωνα ράψουμε, να ράψομενα ραφτώνα ραφτούμε
να ράψειςνα ράψετενα ραφτείςνα ραφτείτε
να ράψεινα ράψουν(ε)να ραφτείνα ραφτούν(ε)
Perfνα έχω ράψει
να έχω ραμμένο
να έχουμε ράψει
να έχουμε ραμμένο
να έχω ραφτεί
να είμαι ραμμένος, -η
να έχουμε ραφτεί
να είμαστε ραμμένοι, -ες
να έχεις ράψει
να έχεις ραμμένο
να έχετε ράψει
να έχετε ραμμένο
να έχεις ραφτεί
να είσαι ραμμένος, -η
να έχετε ραφτεί
να είστε ραμμένοι, -ες
να έχει ράψει
να έχει ραμμένο
να έχουν ράψει
να έχουν ραμμένο
να έχει ραφτεί
να είναι ραμμένος, -η, -ο
να έχουν ραφτεί
να είναι ραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presράβεράβετεράβεστε
Aoristράψεράψτε, ράφτεράψουραφτείτε
Part
izip
Presράβοντας
Perfέχοντας ράψει, έχοντας ραμμένοραμμένος, -η, -οραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristράψειραφτεί



Person Wortform
Präsens ich nahe
du nahst
er, sie, es naht
Präteritum ich nahte
Konjunktiv II ich nahte
Imperativ Singular nahe!
Plural naht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
genaht haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:nahen






Griechische Definition zu ράβω

ράβω [rávo] -ομαι : 1α.συνδέω μεταξύ τους κομμάτια από ύφασμα με κλωστή που την περνώ μια από το ένα και μια από το άλλο (με βελόνα): ράβω στο χέρι / στη μηχανή. ράβω ένα σκισμένο κομμάτι ύφασμα. || Ένα πρόχειρο σκέπασμα από πολλά μικρά κομμάτια ύφασμα ραμμένα με τέχνη. ΦΡ κόβει και ράβει, κάνει ό,τι θέλει, χωρίς να λαβαίνει υπόψη του τη γνώμη άλλων· (πρβ. λύνει* και δένει). κόβει και ράβει η γλώσσα του, είναι φλύαρος ή κακολόγος. ράβε, ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει, για άσκοπη και ανώφελη επανάληψη της ίδιας εργασίας. κομμένος* και ραμμένος (στα μέτρα κάποιου). κομμένη* ραμμένη. β. ράβω κομμάτια από οποιοδήποτε υλικό: ράβω μια δέσμη φύλλων / ένα βιβλίο. Tο χειρόγραφο το αποτελούσαν εκατόν πενήντα φύλλα ραμμένα με χοντρό σπάγγο. ράβω τα σκισμένα παπούτσια μου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ράβω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15