πληγώνω  Verb  [pligono, plirono, plhgwnw]


Beispielsätze πληγώνω

... δεν πληρώνουν (10-02-2011) news247 Μέτρα αυστηρά και ανεφάρμοστα Ελευθεροτυπία Το κίνημα του δεν πληρώνω δεν πληρώνω tvxs Το κίνημα δεν πληρώνω Τσουρουφλίζουν ...

... «Κίνημα δεν Πληρώνω»». eklogika.gr. http://www.eklogika.gr/news/9274. Ανακτήθηκε στις 06-05-2012.  «Συμφωνία συνεργασίας του Κινήματος Δεν Πληρώνω-Ενιαίο ...

... κάθε επαρχίας. Οι πολίτες της Ρώμης και της Ιταλίας πλήρωναν έμμεσους φόρους, ενώ οι επαρχίες πλήρωναν άμεσους. Οι έμμεσοι φόροι ήταν 4% επί της τιμής των ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verletzen

... Verletzte Menschen verletzen Menschen. ...

... Selbst ich, der ich viel träume, kenne Zeiten, in denen der Traum mich flieht. Dann erscheinen mir die Dinge deutlich. Der Nebel, in den ich mich hülle, löst sich auf. Und alle sichtbaren Kanten verletzen das Fleisch meiner Seele. Alles wahrnehmbar Harte schmerzt, denn ich erkenne es als hart. Alles sichtbare Gewicht der Dinge lastet auf mir im Inneren meiner Seele. ...

... Ich habe nichts gesagt, was seine Gefühle verletzen sollte. ...

Quelle: Hans_Adler, al_ex_an_der, Tamy

Grammatik


ΠΛΗΓΩΝΩ
I wound
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πληγώνωπληγώνουμε, πληγώνομεπληγώνομαιπληγωνόμαστε
πληγώνειςπληγώνετεπληγώνεσαιπληγώνεστε, πληγωνόσαστε
πληγώνειπληγώνουν(ε)πληγώνεταιπληγώνονται
Imper
fekt
πλήγωναπληγώναμεπληγωνόμουν(α)πληγωνόμαστε, πληγωνόμασταν
πλήγωνεςπληγώνατεπληγωνόσουν(α)πληγωνόσαστε, πληγωνόσασταν
πλήγωνεπλήγωναν, πληγώναν(ε)πληγωνόταν(ε)πληγώνονταν, πληγωνόντανε, πληγωνόντουσαν
Aoristπλήγωσαπληγώσαμεπληγώθηκαπληγωθήκαμε
πλήγωσεςπληγώσατεπληγώθηκεςπληγωθήκατε
πλήγωσεπλήγωσαν, πληγώσαν(ε)πληγώθηκεπληγώθηκαν, πληγωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω πληγώσει
έχω πληγωμένο
έχουμε πληγώσει
έχουμε πληγωμένο
έχω πληγωθεί
είμαι πληγωμένος, -η
έχουμε πληγωθεί
είμαστε πληγωμένοι, -ες
έχεις πληγώσει
έχεις πληγωμένο
έχετε πληγώσει
έχετε πληγωμένο
έχεις πληγωθεί
είσαι πληγωμένος, -η
έχετε πληγωθεί
είστε πληγωμένοι, -ες
έχει πληγώσει
έχει πληγωμένο
έχουν πληγώσει
έχουν πληγωμένο
έχει πληγωθεί
είναι πληγωμένος, -η, -ο
έχουν πληγωθεί
είναι πληγωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πληγώσει
είχα πληγωμένο
είχαμε πληγώσει
είχαμε πληγωμένο
είχα πληγωθεί
ήμουν πληγωμένος, -η
είχαμε πληγωθεί
ήμαστε πληγωμένοι, -ες
είχες πληγώσει
είχες πληγωμένο
είχατε πληγώσει
είχατε πληγωμένο
είχες πληγωθεί
ήσουν πληγωμένος, -η
είχατε πληγωθεί
ήσαστε πληγωμένοι, -ες
είχε πληγώσει
είχε πληγωμένο
είχαν πληγώσει
είχαν πληγωμένο
είχε πληγωθεί
ήταν πληγωμένος, -η, -ο
είχαν πληγωθεί
ήταν πληγωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πληγώνωθα πληγώνουμε, θα πληγώνομεθα πληγώνομαιθα πληγωνόμαστε
θα πληγώνειςθα πληγώνετεθα πληγώνεσαιθα πληγώνεστε, θα πληγωνόσαστε
θα πληγώνειθα πληγώνουν(ε)θα πληγώνεταιθα πληγώνονται
Fut
ur
θα πληγώσωθα πληγώσουμε, θα πληγώσομεθα πληγωθώθα πληγωθούμε
θα πληγώσειςθα πληγώσετεθα πληγωθείςθα πληγωθείτε
θα πληγώσειθα πληγώσουνθα πληγωθείθα πληγωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πληγώσει
θα έχω πληγωμένο
θα έχουμε πληγώσει
θα έχουμε πληγωμένο
θα έχω πληγωθεί
θα είμαι πληγωμένος, -η
θα έχουμε πληγωθεί
θα είμαστε πληγωμένοι, -ες
θα έχεις πληγώσει
θα έχεις πληγωμένο
θα έχετε πληγώσει
θα έχετε πληγωμένο
θα έχεις πληγωθεί
θα είσαι πληγωμένος, -η
θα έχετε πληγωθεί
θα είστε πληγωμένοι, -ες
θα έχει πληγώσει
θα έχει πληγωμένο
θα έχουν πληγώσει
θα έχουν πληγωμένο
θα έχει πληγωθεί
θα είναι πληγωμένος, -η, -ο
θα έχουν πληγωθεί
θα είναι πληγωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πληγώνωνα πληγώνουμε, να πληγώνομενα πληγώνομαινα πληγωνόμαστε
να πληγώνειςνα πληγώνετενα πληγώνεσαινα πληγώνεστε, να πληγωνόσαστε
να πληγώνεινα πληγώνουν(ε)να πληγώνεταινα πληγώνονται
Aoristνα πληγώσωνα πληγώσουμε, να πληγώσομενα πληγωθώνα πληγωθούμε
να πληγώσειςνα πληγώσετενα πληγωθείςνα πληγωθείτε
να πληγώσεινα πληγώσουν(ε)να πληγωθείνα πληγωθούν(ε)
Perfνα έχω πληγώσει
να έχω πληγωμένο
να έχουμε πληγώσει
να έχουμε πληγωμένο
να έχω πληγωθεί
να είμαι πληγωμένος, -η
να έχουμε πληγωθεί
να είμαστε πληγωμένοι, -ες
να έχεις πληγώσει
να έχεις πληγωμένο
να έχετε πληγώσει
να έχετε πληγωμένο
να έχεις πληγωθεί
να είσαι πληγωμένος, -η
να έχετε πληγωθεί
να είστε πληγωμένοι, -ες
να έχει πληγώσει
να έχει πληγωμένο
να έχουν πληγώσει
να έχουν πληγωμένο
να έχει πληγωθεί
να είναι πληγωμένος, -η, -ο
να έχουν πληγωθεί
να είναι πληγωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπλήγωνεπληγώνετεπληγώνεστε
Aoristπλήγωσεπληγώστε, πληγώσετεπληγώσουπληγωθείτε
Part
izip
Presπληγώνοντας
Perfέχοντας πληγώσει, έχοντας πληγωμένοπληγωμένος, -η, -οπληγωμένοι, -ες, -α
InfinAoristπληγώσειπληγωθεί










Griechische Definition zu πληγώνω

πληγώνω [pdivγóno] -ομαι μππ. πληγωμένος* : 1. προξενώ πληγή, τραύ μα σε κπ.· τραυματίζω1: Πυροβόλησε το ζώο και το πλήγωσε στο πόδι. Πληγώθηκε στη μάχη / από σφαίρα / από μαχαίρι. Tον βρήκαν πληγωμένο βαριά στο στήθος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πληγώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15