πλένω  Verb  [pleno, plenw]


Beispielsätze πλένω

... Μια στιγμή πλένω τα δόντια μου. ...

Quelle: Gaidouraki


Beispielsätze spülen

... Ich habe ihn das Geschirr spülen lassen. ...

... Ich habe sie das Geschirr spülen lassen. ...

... Hört der Regen auf, spülen die Tränen die Wunden der Erinnerung. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, Sudajaengi

Grammatik


ΠΛΕΝΩ
I wash
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πλένωπλένουμε, πλένομεπλένομαιπλενόμαστε
πλένειςπλένετεπλένεσαιπλένεστε, πλενόσαστε
πλένειπλένουν(ε)πλένεταιπλένονται
Imper
fekt
έπλεναπλέναμεπλενόμουν(α)πλενόμαστε, πλενόμασταν
έπλενεςπλένατεπλενόσουν(α)πλενόσαστε, πλενόσασταν
έπλενεέπλεναν, πλέναν(ε)πλενόταν(ε), πλένοντανπλένονταν, πλενόντανε, πλενόντουσαν
Aoristέπλυναπλύναμεπλύθηκαπλυθήκαμε
έπλυνεςπλύνατεπλύθηκεςπλυθήκατε
έπλυνεέπλυναν, πλύναν(ε)πλύθηκεπλύθηκαν, πλυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω πλύνει
έχω πλυμένο
έχουμε πλύνει
έχουμε πλυμένο
έχω πλυθεί
είμαι πλυμένος, -η
έχουμε πλυθεί
είμαστε πλυμένοι, -ες
έχεις πλύνει
έχεις πλυμένο
έχετε πλύνει
έχετε πλυμένο
έχεις πλυθεί
είσαι πλυμένος, -η
έχετε πλυθεί
είστε πλυμένοι, -ες
έχει πλύνει
έχει πλυμένο
έχουν πλύνει
έχουν πλυμένο
έχει πλυθεί
είναι πλυμένος, -η, -ο
έχουν πλυθεί
είναι πλυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πλύνει
είχα πλυμένο
είχαμε πλύνει
είχαμε πλυμένο
είχα πλυθεί
ήμουν πλυμένος, -η
είχαμε πλυθεί
ήμαστε πλυμένοι, -ες
είχες πλύνει
είχες πλυμένο
είχατε πλύνει
είχατε πλυμένο
είχες πλυθεί
ήσουν πλυμένος, -η
είχατε πλυθεί
ήσαστε πλυμένοι, -ες
είχε πλύνει
είχε πλυμένο
είχαν πλύνει
είχαν πλυμένο
είχε πλυθεί
ήταν πλυμένος, -η, -ο
είχαν πλυθεί
ήταν πλυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πλένωθα πλένουμε, θα πλένομεθα πλένομαιθα πλενόμαστε
θα πλένειςθα πλένετεθα πλένεσαιθα πλένεστε, θα πλενόσαστε
θα πλένειθα πλένουν(ε)θα πλένεταιθα πλένονται
Fut
ur
θα πλύνωθα πλύνουμε, θα πλύνομεθα πλυθώθα πλυθούμε
θα πλύνειςθα πλύνετεθα πλυθείςθα πλυθείτε
θα πλύνειθα πλύνουν(ε)θα πλυθείθα πλυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πλύνει
θα έχω πλυμένο
θα έχουμε πλύνει
θα έχουμε πλυμένο
θα έχω πλυθεί
θα είμαι πλυμένος, -η
θα έχουμε πλυθεί
θα είμαστε πλυμένοι, -ες
θα έχεις πλύνει
θα έχεις πλυμένο
θα έχετε πλύνει
θα έχετε πλυμένο
θα έχεις πλυθεί
θα είσαι πλυμένος, -η
θα έχετε πλυθεί
θα είστε πλυμένοι, -ες
θα έχει πλύνει
θα έχει πλυμένο
θα έχουν πλύνει
θα έχουν πλυμένο
θα έχει πλυθεί
θα είναι πλυμένος, -η, -ο
θα έχουν πλυθεί
θα είναι πλυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πλένωνα πλένουμε, να πλένομενα πλένομαινα πλενόμαστε
να πλένειςνα πλένετενα πλένεσαινα πλένεστε, να πλενόσαστε
να πλένεινα πλένουν(ε)να πλένεταινα πλένονται
Aoristνα πλύνωνα πλύνουμε, να πλύνομενα πλυθώνα πλυθούμε
να πλύνειςνα πλύνετενα πλυθείςνα πλυθείτε
να πλύνεινα πλύνουν(ε)να πλυθείνα πλυθούν(ε)
Perfνα έχω πλύνει
να έχω πλυμένο
να έχουμε πλύνει
να έχουμε πλυμένο
να έχω πλυθεί
να είμαι πλυμένος, -η
να έχουμε πλυθεί
να είμαστε πλυμένοι, -ες
να έχεις πλύνει
να έχεις πλυμένο
να έχετε πλύνει
να έχετε πλυμένο
να έχεις πλυθεί
να είσαι πλυμένος, -η
να έχετε πλυθεί
να είστε πλυμένοι, -ες
να έχει πλύνει
να έχει πλυμένο
να έχουν πλύνει
να έχουν πλυμένο
να έχει πλυθεί
να είναι πλυμένος, -η, -ο
να έχουν πλυθεί
να είναι πλυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπλένεπλένετεπλένεστε
Aoristπλύνεπλύνετε, πλύντεπλύσουπλυθείτε
Part
izip
Presπλένοντας
Perfέχοντας πλύνει, έχοντας πλυμένοπλυμένος, -η, -οπλυμένοι, -ες, -α
InfinAoristπλύνειπλυθεί





Person Wortform
Präsens ich putze
du putzt
er, sie, es putzt
Präteritum ich putzte
Konjunktiv II ich putzte
Imperativ Singular putz!
putze!
Plural putzt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geputzt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:putzen






Griechische Definition zu πλένω

πλένω [pléno] -ομαι Ρ αόρ. έπλυνα, απαρέμφ. πλύνει, παθ. αόρ. πλύθηκα, απαρέμφ. πλυθεί, μππ. πλυμένος : 1. καθαρίζω κτ. με νερό ή και με άλλο καθαριστικό υλικό (απορρυπαντικό, σαπούνι κτλ.): πλένω τα ρούχα / τα πιάτα / τις κουβέρτες / το αυτοκίνητο / την αυλή / τα δόντια μου. Οι κουρτίνες είναι πλυμένες και σιδερωμένες. Παλιότερα έπλεναν τα ρούχα στο ποτάμι. πλένω τα ρούχα στο χέρι / στο πλυντήριο. Πλένει καλά το πλυντήριό σου; Ειδικό συνεργείο του δήμου πλένει καθημερινά τους δρόμους της πόλης. || (για ρούχα κτλ.) κάνω μπουγάδα, πλύση: Όλη τη μέρα πλένει και σιδερώνει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πλένω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15