παραλείπω  Verb  [paralipo, paraleipw]

Ähnliche Bedeutung wie παραλείπω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παραλείπω

... Τρικούπης, στενός συνεργάτης του Καποδίστρια, εκφράζεται μεν θετικά, δεν παραλείπει όμως να τον κατηγορήσει για την κατάλυση του συντάγματος. Σε γενικές γραμμές ...

... παύλα της τελικής θέσης του. Αν πρόκειται για πιόνι το σύμβολο απλά παραλείπεται, έτσι η κίνηση του λευκού στο διάγραμμα αριστερά (από την αρχική θέση ...

... συμπληρωθούν τα πέντε παιχνίδια της φάσης, τα παιχνίδια που απομένουν παραλείπονται. Η ομάδα που τερμάτισε στην υψηλότερη θέση της κανονικής περιόδου, παίζει ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze überspringen

... Viele erkennen zu spät, daß man auf der Leiter des Erfolges einige Stufen überspringen kann. Aber immer nur beim Hinuntersteigen. ...

Quelle: Esperantostern

Grammatik


ΠΑΡΑΛΕΙΠΩ
I omit
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παραλείπωπαραλείπουμε, παραλείπομεπαραλείπομαιπαραλειπόμαστε
παραλείπειςπαραλείπετεπαραλείπεσαιπαραλείπεστε, παραλειπόσαστε
παραλείπειπαραλείπουν(ε)παραλείπεταιπαραλείπονται
Imper
fekt
παρέλειπαπαραλείπαμεπαραλειπόμουν(α)παραλειπόμαστε, παραλειπόμασταν
παρέλειπεςπαραλείπατεπαραλειπόσουν(α)παραλειπόσαστε, παραλειπόσασταν
παρέλειπεπαρέλειπαν, παραλείπαν(ε)παραλειπόταν(ε)παραλείπονταν, παραλειπόντανε, παραλειπόντουσαν
Aoristπαρέλειψαπαραλείψαμεπαραλείφθηκα, παραλείφτηκαπαραλειφθήκαμε, παραλειφτήκαμε
παρέλειψεςπαραλείψατεπαραλείφθηκες, παραλείφτηκεςπαραλειφθήκατε, παραλειφτήκατε
παρέλειψεπαρέλειψαν, παραλείψαν(ε)παραλείφθηκε, παραλείφτηκεπαραλείφθηκαν, παραλειφθήκαν(ε), παραλείφτηκαν, παραλειφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω παραλείψειέχουμε παραλείψειέχω παραλειφθεί/παραλειφτείέχουμε παραλειφθεί/παραλειφτεί
έχεις παραλείψειέχετε παραλείψειέχεις παραλειφθεί/παραλειφτείέχετε παραλειφθεί/παραλειφτεί
έχει παραλείψειέχουν παραλείψειέχει παραλειφθεί/παραλειφτείέχουν παραλειφθεί/παραλειφτεί
Plu
per
fect
είχα παραλείψειείχαμε παραλείψειείχα παραλειφθεί/παραλειφτείείχαμε παραλειφθεί/παραλειφτεί
είχες παραλείψειείχατε παραλείψειείχες παραλειφθεί/παραλειφτείείχατε παραλειφθεί/παραλειφτεί
είχε παραλείψειείχαν παραλείψειείχε παραλειφθεί/παραλειφτείείχαν παραλειφθεί/παραλειφτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παραλείπωθα παραλείπουμε, θα παραλείπομεθα παραλείπομαιθα παραλειπόμαστε
θα παραλείπειςθα παραλείπετεθα παραλείπεσαιθα παραλείπεστε, θα παραλειπόσαστε
θα παραλείπειθα παραλείπουν(ε)θα παραλείπεταιθα παραλείπονται
Fut
ur
θα παραλείψωθα παραλείψουμε, θα παραλείψομεθα παραλειφθώ, θα παραλειφτώθα παραλειφθούμε, θα παραλειφτούμε
θα παραλείψειςθα παραλείψετεθα παραλειφθείς, θα παραλειφτείςθα παραλειφθείτε, θα παραλειφτείτε
θα παραλείψειθα παραλείψουν(ε)θα παραλειφθεί, θα παραλειφτείθα παραλειφθούν(ε), θα παραλειφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παραλείψειθα έχουμε παραλείψειθα έχω παραλειφθεί/παραλειφτείθα έχουμε παραλειφθεί/παραλειφτεί
θα έχεις παραλείψειθα έχετε παραλείψειθα έχεις παραλειφθεί/παραλειφτείθα έχετε παραλειφθεί/παραλειφτεί
θα έχει παραλείψειθα έχουν παραλείψειθα έχει παραλειφθεί/παραλειφτείθα έχουν παραλειφθεί/παραλειφτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παραλείπωνα παραλείπουμε, να παραλείπομενα παραλείπομαινα παραλειπόμαστε
να παραλείπειςνα παραλείπετενα παραλείπεσαινα παραλείπεστε, να παραλειπόσαστε
να παραλείπεινα παραλείπουν(ε)να παραλείπεταινα παραλείπονται
Aoristνα παραλείψωνα παραλείψουμε, να παραλείψομενα παραλειφθώ, να παραλειφτώνα παραλειφθούμε, να παραλειφτούμε
να παραλείψειςνα παραλείψετενα παραλειφθείς, να παραλειφτείςνα παραλειφθείτε, να παραλειφτείτε
να παραλείψεινα παραλείψουν(ε)να παραλειφθεί, να παραλειφτείνα παραλειφθούν(ε), να παραλειφτούν(ε)
Perfνα έχω παραλείψεινα έχουμε παραλείψεινα έχω παραλειφθεί/παραλειφτείνα έχουμε παραλειφθεί/παραλειφτεί
να έχεις παραλείψεινα έχετε παραλείψεινα έχεις παραλειφθεί/παραλειφτείνα έχετε παραλειφθεί/παραλειφτεί
να έχει παραλείψεινα έχουν παραλείψεινα έχει παραλειφθεί/παραλειφτείνα έχουν παραλειφθεί/παραλειφτεί
Imper
ativ
Presπαράλειπεπαραλείπετεπαραλείπεστε
Aoristπαράλειψεπαραλείψτε, παραλείψετεπαραλείψουπαραλειφθείτε, παραλειφτείτε
Part
izip
Presπαραλείπονταςπαραλειπόμενος
Perfέχοντας παραλείψει
InfinAoristπαραλείψειπαραλειφθεί, παραλειφτεί












Griechische Definition zu παραλείπω

παραλείπω [paralípo] -ομαι Ρ αόρ. παρέλειψα και (προφ.) παράλειψα, απαρέμφ. παραλείψει, παθ. αόρ. παραλείφθηκα, απαρέμφ. παραλειφθεί : συνειδητά ή ακούσια, δεν κάνω, δεν αναφέρω κτ. (που θα μπορούσα ή θα όφειλα να κάνω ή να πω): Παρέλειψε (να αναφέρει) το όνομά μου. Παρέλειψα να ταχυδρομήσω το γράμμα, ξέχασα, αμέλησα. παραλείπω το επόμενο κεφάλαιο και διαβάζω παρακάτω, αφήνω. παραλείπω (να κάνω) το καθήκον μου. Παρέλειψα να σας πω κάτι σημαντικό. Kατά τη δημοσίευση του κειμένου από το πρωτότυπο παραλείφθηκαν ορισμένες λέξεις. || (έκφρ.) δεν παραλείπω να…, φροντίζω (συστηματικά): Δεν παραλείπω να διαβάζω καθημερινά τις πρωινές εφημερίδες. τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται, ό,τι γίνεται εύκολα, αυτονόητα αντιληπτό, δε χρειάζεται να ειπωθεί, να αναφερθεί. || (μπε. ως ουσ.) τα παραλειπόμενα, πλευρές ή πτυχές γεγονότων που δε γίνονται δημόσια γνωστές (τουλάχιστον κατά το χρόνο που συμβαίνουν): Tα παραλειπόμενα της υπόθεσης / του συνεδρίου / της συνάντησης.

[λόγ. < αρχ. παραλείπω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παραλείπω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15