παθαίνω  Verb  [patheno, pathainw]

Ähnliche Bedeutung wie παθαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παθαίνω

... λόγου που δηλώνει ότι ένα πρόσωπο, ζώο ή πράγμα (το υποκείμενο) ενεργεί ή παθαίνει κάτι ή βρίσκεται σε μια κατάσταση. Σε κάθε πρόταση υπάρχει ρήμα. Το ρήμα ...

... Single) 2009 Θάνος Πετρέλης LIVE 2009 Μεγάλες Επιτυχίες 2010 Θέλω Και Τα Παθαίνω 2012 Χορεύεις 2013 Βιτρίνα Αισθημάτων 2014 Πες Μου (ντουέτο με τη Χριστίνα ...

... συγκαλεί πολεμικό συμβούλιο στη Βοιωτία, όπου ο Άτταλος Α΄ της Περγάμου παθαίνει εγκεφαλικό. Φεύγει από τη ζωή το φθινόπωρο. Τον διαδέχεται ο γιος του, ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erleiden

... Viele, die nach langem Auslandsaufenthalt in ihre Heimat zurückkehren, erleiden einen umgekehrten Kulturschock. ...

... Igel erleiden durch Kuhmilch schwere Durchfallerkrankungen, die oftmals tödlich enden. ...

... Du musst den Streich erleiden oder führen. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, Pfirsichbaeumchen, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΠΑΘΑΙΝΩ
I suffer
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παθαίνωπαθαίνουμε, παθαίνομε
παθαίνειςπαθαίνετε
παθαίνειπαθαίνουν(ε)
Imper
fekt
πάθαιναπαθαίναμε
πάθαινεςπαθαίνατε
πάθαινεπάθαιναν, παθαίναν(ε)
Aoristέπαθαπάθαμε
έπαθεςπάθατε
έπαθεέπαθαν, πάθαναν(ε)
Per
fect
έχω πάθειέχουμε πάθει
έχεις πάθειέχετε πάθει
έχει πάθειέχουν πάθει
Plu
per
fect
είχα πάθειείχαμε πάθει
είχες πάθειείχατε πάθει
είχε πάθειείχαν πάθει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παθαίνωθα παθαίνουμε, θα παθαίνομε
θα παθαίνειςθα παθαίνετε
θα παθαίνειθα παθαίνουν(ε)
Fut
ur
θα πάθωθα πάθουμε, θα πάθομε
θα πάθειςθα πάθετε
θα πάθειθα πάθουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πάθειθα έχουμε πάθει
θα έχεις πάθειθα έχετε πάθει
θα έχει πάθειθα έχουν πάθει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παθαίνωνα παθαίνουμε, να παθαίνομε
να παθαίνειςνα παθαίνετε
να παθαίνεινα παθαίνουν(ε)
Aoristνα πάθωνα πάθουμε, να πάθομε
να πάθειςνα πάθετε
να πάθεινα πάθουν(ε)
Perfνα έχω πάθεινα έχουμε πάθει
να έχεις πάθεινα έχετε πάθει
να έχει πάθεινα έχουν πάθει
Imper
ativ
Presπάθαινεπαθαίνετε
Aoristπάθεπάθετε
Part
izip
Presπαθαίνοντας
Perfέχοντας πάθει
InfinAoristπάθει




Griechische Definition zu παθαίνω

παθαίνω [paθéno] -ομαι στη σημ. 3 Ρ αόρ. έπαθα, απαρέμφ. πάθει, (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.), μππ. (στη σημ. 1α) παθημένος : 1.(για πρόσ.) α. υφίσταμαι, δέχομαι κτ. κακό, επιζήμιο, δυσάρεστο: παθαίνω μια συμφορά / μια ζημιά / ένα ατύχημα / μια καταστροφή. Πρόσεχε μην πάθεις κανένα κακό. Kαθυστέρησα, γιατί έπαθα ένα μικρό (τροχαίο) ατύχημα. Ευτυχώς κανείς από τους επιβάτες δεν έπαθε κάτι το σοβαρό. Έπαθε πολλά στη ζωή του, αλλά μυαλό δεν έβαλε. || (μππ.) για πρόσωπο που έχει πάθει πολλές και μεγάλες συμφορές, ατυχίες στη ζωή του: Παθημένη γυναίκα είναι, δεν τη λυπάσαι; (έκφρ.) την έπαθα ή την έπαθα σαν αγράμματος / σαν Xιώτης / χιώτικα κτλ., εξαπατήθηκα, ζημιώθηκα κτλ. από αφέλεια, επιπολαιότητα, απροσεξία κτλ.· ΣYN ΦΡ την πάτησα. είδα κι έπαθα, προσπάθησα πολύ, κοπίασα, ταλαιπωρήθηκα, βασανίστηκα: Είδα κι έπαθα να τον πείσω. τα ΄θελες και τα ΄παθες ή ήθελές τα κι έπαθές τα, από δική σου υπαιτιότητα έπαθες. την έπαθα τη δουλειά, απέτυχα, έπαθα κτ. κακό, συνήθ. απροσδόκητο. καλά να πάθει, για να δηλωθεί χαιρέκακη ικανοποίηση, του άξιζε να πάθει. παθαίνω πατατράκ*. παθαίνω πλάκα* / την πλάκα της ζωής μου. || σε εκφορές που δηλώνουν έκπληξη, ξάφνιασμα όταν κάποιος συμπεριφέρεται διαφορετικά από τη συνήθειά του: Πώς το ΄παθες και μας χαιρέτησες;, ενώ ως τώρα δε χαιρετούσες. (και ως ειρ. σχολιασμός συνήθειας): Πείνασες; πώς το ΄παθες; β. προσβάλλομαι από πάθηση σωματική ή ψυχική: παθαίνω γρίπη / τύφο / γάγγραινα. Έπαθε μελαγχολία / αμνησία. || Tι έπαθες / έπαθε και…, τι σου / του συμβαίνει και: Tι έπαθες και δε μιλάς; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παθαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15