παγώνω Verb  [pagono, parono, pagwnw]

  Verb
(6)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu παγώνω

παγώνω mittelgriechisch Koine-Griechisch παγῶ


GriechischDeutsch
Μπορώ και παγώνω πράγματα, θυμάσαι;Ich kann Dinge einfrieren.

Übersetzung nicht bestätigt

Θέλω απλά ο Νταγκ να σταματήσει να πετάει πράγματα κάτω για να μην τον παγώνω.Doug muss aufhören, Dinge zu zerbrechen, damit ich nichts mehr einfrieren muss.

Übersetzung nicht bestätigt

Έχω τη δύναμη να παγώνω.Ich kann alles einfrieren.

Übersetzung nicht bestätigt

Μπορώ επίσης να παγώνω πράγματα.Ich kann Dinge einfrieren.

Übersetzung nicht bestätigt

Θες αν με δεις να σε παγώνω;Oh, ja? Soll ich dich einfrieren?

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
ψύχω
κρυώνω
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu παγώνω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παγώνωπαγώνουμε, παγώνομε
παγώνειςπαγώνετε
παγώνειπαγώνουν(ε)
Imper
fekt
πάγωναπαγώναμε
πάγωνεςπαγώνατε
πάγωνεπάγωναν, παγώναν(ε)
Aoristπάγωσαπαγώσαμε
πάγωσεςπαγώσατε
πάγωσεπάγωσαν, παγώσαν(ε)
Per
fekt
έχω παγώσειέχουμε παγώσει
έχεις παγώσειέχετε παγώσει
έχει παγώσειέχουν παγώσει
Plu
per
fekt
είχα παγώσειείχαμε παγώσει
είχες παγώσειείχατε παγώσει
είχε παγώσειείχαν παγώσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παγώνωθα παγώνουμε, θα παγώνομε
θα παγώνειςθα παγώνετε
θα παγώνειθα παγώνουν(ε)
Fut
ur
θα παγώσωθα παγώσουμε, θα παγώσομε
θα παγώσειςθα παγώσετε
θα παγώσειθα παγώσουν
Fut
ur II
θα έχω παγώσειθα έχουμε παγώσει
θα έχεις παγώσειθα έχετε παγώσει
θα έχει παγώσειθα έχουν παγώσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παγώνωνα παγώνουμε, να παγώνομε
να παγώνειςνα παγώνετε
να παγώνεινα παγώνουν(ε)
Aoristνα παγώσωνα παγώσουμε, να παγώσομε
να παγώσειςνα παγώσετε
να παγώσεινα παγώσουν(ε)
Perfνα έχω παγώσεινα έχουμε παγώσει
να έχεις παγώσεινα έχετε παγώσει
να έχει παγώσεινα έχουν παγώσει
Imper
ativ
Presπάγωνεπαγώνετε
Aoristπάγωσεπαγώσετε, παγώστε
Part
izip
Presπαγώνοντας
Perfέχοντας παγώσει
InfinAoristπαγώσει













PersonWortform
Präsensich
du
er, sie, es
Präteritumich
Konjunktiv IIich
ImperativSingular
Plural
PerfektPartizip IIHilfsverb
tiefgekühlthaben
Keine weiteren Formen





Griechische Definition zu παγώνω

παγώνω [paγóno] Ρ1α μππ. παγωμένος : 1.(για νερό ή άλλο υγρό) α. μεταβάλλομαι σε πάγο, σε στερεά μορφή, κάτω από την επίδραση χαμηλής θερμοκρασίας: Tο νερό παγώνει στους μηδέν βαθμούς. Γλιστρούσαν πάνω στα παγωμένα νερά της λίμνης. Tο χειμώνα η λίμνη πάγωνε. Tο χιόνι είχε παγώσει και γλιστρούσαμε επικίνδυνα. || σκεπάζομαι με πάγο: Ο δρόμος είχε παγώσει. β. μεταβάλλω σε πάγο: Tο κρύο πάγωσε το νερό της λίμνης. (έκφρ.) το πάγωσε / θα το παγώσει, για παγωνιά. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback