παγώνω  Verb  [pagono, parono, pagwnw]

Ähnliche Bedeutung wie παγώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παγώνω

... Το παγώνι ή παγόνι (επιστ. λατ. Pavo, ελλ. ταώς) είναι πτηνό της οικογένειας των φασιανιδών, της τάξης των ορνιθόμορφων. Κατάγεται από τα δάση της Νότιας ...

... Η συνοικία Παγώνα της Πάτρας βρίσκεται βόρεια των συνοικιών Σύνορα και Καντριάνικα. Από την περιοχή της Αρόης την χωρίζει ένας χείμαρρος που σήμερα είναι ...

... Ο Χρύσανθος Παγώνης (1769-1821) ήταν Έλληνας αρχιερέας και εθνομάρτυρας της επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε στον οικισμό Μαντίνεια Αβίας κοντά στην Καλαμάτα ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΑΓΩΝΩ
I freeze
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παγώνωπαγώνουμε, παγώνομε
παγώνειςπαγώνετε
παγώνειπαγώνουν(ε)
Imper
fekt
πάγωναπαγώναμε
πάγωνεςπαγώνατε
πάγωνεπάγωναν, παγώναν(ε)
Aoristπάγωσαπαγώσαμε
πάγωσεςπαγώσατε
πάγωσεπάγωσαν, παγώσαν(ε)
Per
fect
έχω παγώσειέχουμε παγώσει
έχεις παγώσειέχετε παγώσει
έχει παγώσειέχουν παγώσει
Plu
per
fect
είχα παγώσειείχαμε παγώσει
είχες παγώσειείχατε παγώσει
είχε παγώσειείχαν παγώσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παγώνωθα παγώνουμε, θα παγώνομε
θα παγώνειςθα παγώνετε
θα παγώνειθα παγώνουν(ε)
Fut
ur
θα παγώσωθα παγώσουμε, θα παγώσομε
θα παγώσειςθα παγώσετε
θα παγώσειθα παγώσουν
Fut
ur II
θα έχω παγώσειθα έχουμε παγώσει
θα έχεις παγώσειθα έχετε παγώσει
θα έχει παγώσειθα έχουν παγώσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παγώνωνα παγώνουμε, να παγώνομε
να παγώνειςνα παγώνετε
να παγώνεινα παγώνουν(ε)
Aoristνα παγώσωνα παγώσουμε, να παγώσομε
να παγώσειςνα παγώσετε
να παγώσεινα παγώσουν(ε)
Perfνα έχω παγώσεινα έχουμε παγώσει
να έχεις παγώσεινα έχετε παγώσει
να έχει παγώσεινα έχουν παγώσει
Imper
ativ
Presπάγωνεπαγώνετε
Aoristπάγωσεπαγώσετε, παγώστε
Part
izip
Presπαγώνοντας
Perfέχοντας παγώσει
InfinAoristπαγώσει







Person Wortform
Präsens ich
du
er, sie, es
Präteritum ich
Konjunktiv II ich
Imperativ Singular
Plural
Perfekt Partizip II Hilfsverb
tiefgekühlt haben
Keine weiteren Formen








Griechische Definition zu παγώνω

παγώνω [paγóno] Ρ1α μππ. παγωμένος : 1.(για νερό ή άλλο υγρό) α. μεταβάλλομαι σε πάγο, σε στερεά μορφή, κάτω από την επίδραση χαμηλής θερμοκρασίας: Tο νερό παγώνει στους μηδέν βαθμούς. Γλιστρούσαν πάνω στα παγωμένα νερά της λίμνης. Tο χειμώνα η λίμνη πάγωνε. Tο χιόνι είχε παγώσει και γλιστρούσαμε επικίνδυνα. || σκεπάζομαι με πάγο: Ο δρόμος είχε παγώσει. β. μεταβάλλω σε πάγο: Tο κρύο πάγωσε το νερό της λίμνης. (έκφρ.) το πάγωσε / θα το παγώσει, για παγωνιά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παγώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15