νομιμοποιώ  Verb  [nomimopio, nomimopoiw]

Ähnliche Bedeutung wie νομιμοποιώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze νομιμοποιώ

... ευθανασία νομιμοποιήθηκε το 1999. Αυστραλία: Το 1995 η ευθανασία νομιμοποιήθηκε στο Βόρειο Διαμέρισμα. Βέλγιο: Το Κοινοβούλιο νομιμοποίησε την πρακτική ...

... σε γάμο για να νομιμοποιήσουν τα παιδιά τους (1396), ο Τόμας και τα αδέλφια του νομιμοποιήθηκαν δύο φορές (1390, 1397), νομιμοποιήθηκαν επίσης τον Σεπτέμβριο ...

... υιοθεσία νομιμοποιήθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αυστρίας τον Ιανουάριο του 2015. Στις 5 Δεκεμβρίου 2017 το Δικαστήριο αποφάσισε να νομιμοποιήσει το ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze legitimieren

... Aussagen beeinflussen und sich so selbst legitimieren und gegen Kritik immunisieren. Breite Verwendung fand der Begriff Androzentrismus in der feministischen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΩ
I legalize
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
νομιμοποιώνομιμοποιούμενομιμοποιούμαινομιμοποιούμαστε, νομιμοποιόμαστε
νομιμοποιείςνομιμοποιείτενομιμοποιείσαινομιμοποιείστε, νομιμοποιόσαστε
νομιμοποιείνομιμοποιούν(ε)νομιμοποιείταινομιμοποιούνται
Imper
fekt
νομιμοποιούσανομιμοποιούσαμενομιμοποιούμουν
νομιμοπιόμουν(α)
νομιμοποιούμαστε
νομιμοποιόμαστε, νομιμοποιόμασταν
νομιμοποιούσεςνομιμοποιούσατενομιμοποιόσουν(α)νομιμοποιόσαστε, νομιμοποιόσασταν
νομιμοποιούσενομιμοποιούσαν(ε)νομιμοποιούνταν, νομιμοποιείτο
νομιμοποιόταν(ε)
νομιμοποιούνταν, νομιμοποιούντο
νομιμοποιόνταν(ε), νομιμοποιόντουσαν
Aoristνομιμοποίησανομιμοποιήσαμενομιμοποιήθηκανομιμοποιηθήκαμε
νομιμοποίησεςνομιμοποιήσατενομιμοποιήθηκεςνομιμοποιηθήκατε
νομιμοποίησενομιμοποίησαν, νομιμοποιήσαν(ε)νομιμοποιήθηκενομιμοποιήθηκαν, νομιμοποιηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω νομιμοποιήσει
έχω νομιμοποιημένο
έχουμε νομιμοποιήσει
έχουμε νομιμοποιημένο
έχω νομιμοποιηθεί
είμαι νομιμοποιημένος, -η
έχουμε νομιμοποιηθεί
είμαστε νομιμοποιημένοι, -ες
έχεις νομιμοποιήσει
έχεις νομιμοποιημένο
έχετε νομιμοποιήσει
έχετε νομιμοποιημένο
έχεις νομιμοποιηθεί
είσαι νομιμοποιημένος, -η
έχετε νομιμοποιηθεί
είστε νομιμοποιημένοι, -ες
έχει νομιμοποιήσει
έχει νομιμοποιημένο
έχουν νομιμοποιήσει
έχουν νομιμοποιημένο
έχει νομιμοποιηθεί
είναι νομιμοποιημένος, -η, -ο
έχουν νομιμοποιηθεί
είναι νομιμοποιημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα νομιμοποιήσει
είχα νομιμοποιημένο
είχαμε νομιμοποιήσει
είχαμε νομιμοποιημένο
είχα νομιμοποιηθεί
ήμουν νομιμοποιημένος, -η
είχαμε νομιμοποιηθεί
ήμαστε νομιμοποιημένοι, -ες
είχες νομιμοποιήσει
είχες νομιμοποιημένο
είχατε νομιμοποιήσει
είχατε νομιμοποιημένο
είχες νομιμοποιηθεί
ήσουν νομιμοποιημένος, -η
είχατε νομιμοποιηθεί
ήσαστε νομιμοποιημένοι, -ες
είχε νομιμοποιήσει
είχε νομιμοποιημένο
είχαν νομιμοποιήσει
είχαν νομιμοποιημένο
είχε νομιμοποιηθεί
ήταν νομιμοποιημένος, -η, -ο
είχαν νομιμοποιηθεί
ήταν νομιμοποιημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα νομιμοποιώθα νομιμοποιούμεθα νομιμοποιούμαιθα νομιμοποιούμαστε, θα νομιμοποιόμαστε
θα νομιμοποιείςθα νομιμοποιείτεθα νομιμοποιείσαιθα νομιμοποιείστε, θα νομιμοποιόσαστε
θα νομιμοποιείθα νομιμοποιούν(ε)θα νομιμοποιείταιθα νομιμοποιούνται
Fut
ur
θα νομιμοποιήσωθα νομιμοποιήσουμεθα νομιμοποιηθώθα νομιμοποιηθούμε
θα νομιμοποιήσειςθα νομιμοποιήσετεθα νομιμοποιηθείςθα νομιμοποιηθείτε
θα νομιμοποιήσειθα νομιμοποιήσουν(ε)θα νομιμοποιηθείθα νομιμοποιηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω νομιμοποιήσει
θα έχω νομιμοποιημένο
θα έχουμε νομιμοποιήσει
θα έχουμε νομιμοποιημένο
θα έχω νομιμοποιηθεί
θα είμαι νομιμοποιημένος, -η
θα έχουμε νομιμοποιηθεί
θα είμαστε νομιμοποιημένοι, -ες
θα έχεις νομιμοποιήσει
θα έχεις νομιμοποιημένο
θα έχετε νομιμοποιήσει
θα έχετε νομιμοποιημένο
θα έχεις νομιμοποιηθεί
θα είσαι νομιμοποιημένος, -η
θα έχετε νομιμοποιηθεί
θα είστε νομιμοποιημένοι, -η
θα έχει νομιμοποιήσει
θα έχει νομιμοποιημένο
θα έχουν νομιμοποιήσει
θα έχουν νομιμοποιημένο
θα έχει νομιμοποιηθεί
θα είναι νομιμοποιημένος, -η, -ο
θα έχουν νομιμοποιηθεί
θα είναι νομιμοποιημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να νομιμοποιώνα νομιμοποιούμενα νομιμοποιούμαινα νομιμοποιούμαστε, να νομιμοποιόμαστε
να νομιμοποιείςνα νομιμοποιείτενα νομιμοποιείσαινα νομιμοποιείστε, να νομιμοποιόσαστε
να νομιμοποιείνα νομιμοποιούν(ε)να νομιμοποιείταινα νομιμοποιούνται
Aoristνα νομιμοποιήσωνα νομιμοποιήσουμε, να νομιμοποιήσομενα νομιμοποιηθώνα νομιμοποιηθούμε
να νομιμοποιήσειςνα νομιμοποιήσετενα νομιμοποιηθείςνα νομιμοποιηθείτε
να νομιμοποιήσεινα νομιμοποιήσουν(ε)να νομιμοποιηθείνα νομιμοποιηθούν(ε)
Perfνα έχω νομιμοποιήσει
να έχω νομιμοποιημένο
να έχουμε νομιμοποιήσει
να έχουμε νομιμοποιημένο
να έχω νομιμοποιηθεί
να είμαι νομιμοποιημένος, -η
να έχουμε νομιμοποιηθεί
να είμαστε νομιμοποιημένοι, -ες
να έχεις νομιμοποιήσει
να έχεις νομιμοποιημένο
να έχετε νομιμοποιήσει
να έχετε νομιμοποιημένο
να έχεις νομιμοποιηθεί
να είσαι νομιμοποιημένος, -η
να έχετε νομιμοποιηθεί
να είστε νομιμοποιημένοι, -ες
να έχει νομιμοποιήσει
να έχει νομιμοποιημένο
να έχουν νομιμοποιήσει
να έχουν νομιμοποιημένο
να έχει νομιμοποιηθεί
να είναι νομιμοποιημένος, -η, -ο
να έχουν νομιμοποιηθεί
να είναι νομιμοποιημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presνομιμοποιείτενομιμοποιείστε
Aoristνομιμοποίησενομιμοποιήστε, νομιμοποιήσετενομιμοποιήσουνομιμοποιηθείτε
Part
izip
Presνομιμοποιώντας
Perfέχοντας νομιμοποιήσει, έχοντας νομιμοποιημένονομιμοποιημένος, -η, -ονομιμοποιημένοι, -ες, -α
InfinAoristνομιμοποιήσεινομιμοποιηθεί






Griechische Definition zu νομιμοποιώ

νομιμοποιώ [nomimopió] -ούμαι : 1.κάνω νόμιμη μια πράξη ή μια κατάσταση που είχε γίνει ή είχε δημιουργηθεί, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες: νομιμοποιώ ένα γάμο / έναν παράνομο δεσμό / ένα εξώγαμο παιδί. νομιμοποιώ ένα κόμμα που είναι παράνομο. Nομιμοποιήθηκαν τα παράνομα / αυθαίρετα σπίτια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu νομιμοποιώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15