νικώ  Verb  [niko, nikw]

Ähnliche Bedeutung wie νικώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze νικώ

... πρώτους που αντέδρασαν ήταν οι πρωταθλητές του ΓΣΕ, Αντώνης Τότσης και Νικής Γεωργίου. Ο ΓΣΕ κάλεσε τους δύο αθλητές σε απολογία αλλά εκείνοι επέμεναν ...

... Ο Γυμναστικός Σύλλογος Νίκη Βόλου είναι ελληνικός αθλητικός σύλλογος που δραστηριοποιείται στην πόλη του Βόλου, με έδρα τη Νέα Ιωνία στο Νομό Μαγνησίας ...

... μεταφέρει πως όταν ο βασιλιάς λάμβανε συγχαρητήρια για τη νίκη του απαντούσε: «Εάν νικήσουμε σε άλλη μια μάχη τους Ρωμαίους, θα καταστραφούμε εντελώς» ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schlagen

... Sie hob die Faust, als ob sie mich schlagen wollte. ...

... Die Meereswellen schlagen gegen den Felsen am Ufer. ...

... Ich traf einmal in einer Schule einen Jungen von mittlerer Statur, der einen kleineren Jungen schlug. Ich ermahnte ihn, aber er antwortete: "Die Großen schlagen mich, deshalb schlage ich die Kleinen. Das ist gerecht." Mit diesen Worten fasste er die ganze Menschheitsgeschichte zusammen. ...

Quelle: cost, Manfredo, Esperantostern

Grammatik


ΝΙΚΩ
I defeat
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
νικάω, νικώνικάμε, νικούμενικιέμαινικιόμαστε
νικάςνικάτενικιέσαινικιέστε, νικιόσαστε
νικάει, νικάνικάν(ε), νικούν(ε)νικιέταινικιούνται, νικιόνται
Imper
fekt
νικούσα, νίκαγανικούσαμε, νικάγαμενικιόμουν(α)νικιόμαστε, νικιόμασταν
νικούσες, νίκαγεςνικούσατε, νικάγατενικιόσουν(α)νικιόσαστε, νικιόσασταν
νικούσε, νίκαγενικούσαν(ε), νίκαγαν, νικάγανενικιόταν(ε)νικιόνταν(ε), νικιούνταν, νικιόντουσαν
Aoristνίκησανικήσαμενικήθηκανικηθήκαμε
νίκησεςνικήσατενικήθηκεςνικηθήκατε
νίκησενίκησαν, νικήσαν(ε)νικήθηκενικήθηκαν, νικηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω νικήσει
έχω νικημένο
έχουμε νικήσει
έχουμε νικημένο
έχω νικηθεί
είμαι νικημένος, -η
έχουμε νικηθεί
είμαστε νικημένοι, -ες
έχεις νικήσει
έχεις νικημένο
έχετε νικήσει
έχετε νικημένο
έχεις νικηθεί
είσαι νικημένος, -η
έχετε νικηθεί
είστε νικημένοι, -ες
έχει νικήσει
έχει νικημένο
έχουν νικήσει
έχουν νικημένο
έχει νικηθεί
είναι νικημένος, -η, -ο
έχουν νικηθεί
είναι νικημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα νικήσει
είχα νικημένο
είχαμε νικήσει
είχαμε νικημένο
είχα νικηθεί
ήμουν νικημένος, -η
είχαμε νικηθεί
ήμαστε νικημένοι, -ες
είχες νικήσει
είχες νικημένο
είχατε νικήσει
είχατε νικημένο
είχες νικηθεί
ήσουν νικημένος, -η
είχατε νικηθεί
ήσαστε νικημένοι, -ες
είχε νικήσει
είχε νικημένο
είχαν νικήσει
είχαν νικημένο
είχε νικηθεί
ήταν νικημένος, -η, -ο
είχαν νικηθεί
ήταν νικημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα νικάω, θα νικώθα νικάμε, θα νικούμεθα νικιέμαιθα νικιόμαστε
θα νικάςθα νικάτεθα νικιέσαιθα νικιέστε, θα νικιόσαστε
θα νικάει, θα νικάθα νικάν(ε), θα νικούν(ε)θα νικιέταιθα νικιούνται, θα νικιόνται
Fut
ur
θα νικήσωθα νικήσουμε, θα νικήσομεθα νικηθώθα νικηθούμε
θα νικήσειςθα νικήσετεθα νικηθείςθα νικηθείτε
θα νικήσειθα νικήσουν(ε)θα νικηθείθα νικηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω νικήσει
θα έχω νικημένο
θα έχουμε νικήσει
θα έχουμε νικημένο
θα έχω νικηθεί
θα είμαι νικημένος, -η
θα έχουμε νικηθεί
θα είμαστε νικημένοι, -ες
θα έχεις νικήσει
θα έχεις νικημένο
θα έχετε νικήσει
θα έχετε νικημένο
θα έχεις νικηθεί
θα είσαι νικημένος, -η
θα έχετε νικηθεί
θα είστε νικημένοι, -ες
θα έχει νικήσει
θα έχει νικημένο
θα έχουν νικήσει
θα έχουν νικημένο
θα έχει νικηθεί
θα είναι νικημένος, -η, -ο
θα έχουν νικηθεί
θα είναι νικημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να νικάω, να νικώνα νικάμε, να νικούμενα νικιέμαινα νικιόμαστε
να νικάςνα νικάτενα νικιέσαινα νικιέστε, να νικιόσαστε
να νικάει, να νικάνα νικάν(ε), να νικούν(ε)να νικιέταινα νικιούνται, να νικιόνται
Aoristνα νικήσωνα νικήσουμε, να νικήσομενα νικηθώνα νικηθούμε
να νικήσειςνα νικήσετενα νικηθείςνα νικηθείτε
να νικήσεινα νικήσουν(ε)να νικηθείνα νικηθούν(ε)
Perfνα έχω νικήσει
να έχω νικημένο
να έχουμε νικήσει
να έχουμε νικημένο
να έχω νικηθεί
να είμαι νικημένος, -η
να έχουμε νικηθεί
να είμαστε νικημένοι, -ες
να έχεις νικήσει
να έχεις νικημένο
να έχετε νικήσει
να έχετε νικημένο
να έχεις νικηθεί
να είσαι νικημένος, -η
να έχετε νικηθεί
να είστε νικημένοι, -η
να έχει νικήσει
να έχει νικημένο
να έχουν νικήσει
να έχουν νικημένο
να έχει νικηθεί
να είναι νικημένος, -η, -ο
να έχουν νικηθεί
να είναι νικημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presνίκα, νίκαγενικάτενικιέστε
Aoristνίκησε, νίκανικήστενικήσουνικηθείτε
Part
izip
Presνικώντας
Perfέχοντας νικήσει, έχοντας νικημένονικημένος, -η, -ονικημένοι, -ες, -α
InfinAoristνικήσεινικηθεί







Person Wortform
Präsens ich siege
du siegst
er, sie, es siegt
Präteritum ich siegte
Konjunktiv II ich siegte
Imperativ Singular siege!
Plural siegt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gesiegt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:siegen




Griechische Definition zu νικώ

νικώ [nikó] & -άω, -ιέμαι : αναδεικνύομαι σε έναν αγώνα ο ισχυρότερος, ο καλύτερος. ANT ηττώμαι. 1. αναγκάζω τον εχθρό να υποχωρήσει (σε πόλεμο ή σε μάχη): Οι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες. Ο εχθρικός στρατός νικήθηκε κατά κράτος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu νικώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15