μαντεύω  Verb  [mantevo, manteyw]

Ähnliche Bedeutung wie μαντεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μαντεύω

... τηρήθηκε κάποιο από τα παραπάνω τότε ο πόντος δεν προστίθεται. Κάθε φορά που μαντεύεται μία λέξη τότε οι παίκτες προχωρούν στην επόμενη περιγραφή μέχρι να τελειώσει ...

... καθόταν η Μαντώ. Πιθανότατα η Μαντώ ήταν οιωνοσκόπος, αφού και ο πατέρας της μάντευε τα μελλούμενα από τα πουλιά, ιδίως τα όρνεα. Στη δραματική ποίηση η Μαντώ ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΑΝΤΕΥΩ
I guess
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μαντεύωμαντεύουμε, μαντεύομε
μαντεύειςμαντεύετε
μαντεύειμαντεύουν(ε)
Imper
fekt
μάντευαμαντεύαμε
μάντευεςμαντεύατε
μάντευεμάντευαν, μαντεύαν(ε)
Aoristμάντεψαμαντέψαμε
μάντεψεςμαντέψατε
μάντεψεμάντεψαν, μαντέψαν(ε)
Per
fect
έχω μαντέψειέχουμε μαντέψει
έχεις μαντέψειέχετε μαντέψει
έχει μαντέψειέχουν μαντέψει
Plu
per
fect
είχα μαντέψειείχαμε μαντέψει
είχες μαντέψειείχατε μαντέψει
είχε μαντέψειείχαν μαντέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μαντεύωθα μαντεύουμε, θα μαντεύομε
θα μαντεύειςθα μαντεύετε
θα μαντεύειθα μαντεύουν(ε)
Fut
ur
θα μαντέψωθα μαντέψουμε, θα μαντέψομε
θα μαντέψειςθα μαντέψετε
θα μαντέψειθα μαντέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μαντέψειθα έχουμε μαντέψει
θα έχεις μαντέψειθα έχετε μαντέψει
θα έχει μαντέψειθα έχουν μαντέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μαντεύωνα μαντεύουμε, να μαντεύομε
να μαντεύειςνα μαντεύετε
να μαντεύεινα μαντεύουν(ε)
Aoristνα μαντέψωνα μαντέψουμε, να μαντέψομε
να μαντέψειςνα μαντέψετε
να μαντέψεινα μαντέψουν(ε)
Perfνα έχω μαντέψεινα έχουμε μαντέψει
να έχεις μαντέψεινα έχετε μαντέψει
να έχει μαντέψεινα έχουν μαντέψει
Imper
ativ
Presμάντευεμαντεύετε
Aoristμάντεψεμαντέψτε, μαντεύτε
Part
izip
Presμαντεύοντας
Perfέχοντας μαντέψει
InfinAoristμαντέψει





Person Wortform
Präsens ich errate
du errätst
er, sie, es errät
Präteritum ich erriet
Konjunktiv II ich erriete
Imperativ Singular errate!
Plural erratet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
erraten haben
Alle weiteren Formen: Flexion:erraten



Person Wortform
Präsens ich rate
du rätst
er, sie, es rät
Präteritum ich riet
Konjunktiv II ich riete
Imperativ Singular rate!
rat!
Plural ratet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geraten haben
Alle weiteren Formen: Flexion:raten


Griechische Definition zu μαντεύω

μαντεύω [mandévo] -ομαι : 1. αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω κτ. πριν δημιουργηθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις· (πρβ. προαισθάνομαι): Mαντεύουμε την ύπαρξή του χωρίς να τον βλέπουμε. Mπορείς να μαντέψεις τι σου έφερα; μαντεύω τη σκέψη κάποιου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μαντεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15