λούζω  Verb  [luzo, loyzw]


Beispielsätze λούζω

... 7526778; -9.1846806 Το Στάδιο Ντα Λουζ (πορτογαλικά: Estádio da Luz, προφέρεται: [(ɨ)ˈʃtaðju ðɐ ˈluʃ]) ή απλά Ντα Λουζ είναι ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο στη ...

... Η Τούνα Λούζο Μπραζιλέιρα είναι μια βραζιλιάνικη, ποδοσφαιρική ομάδα από την πόλη Μπελέμ. Ιδρύθηκε την 1η Ιανουαρίου 1903. Έδρα της ομάδας είναι το Estádio ...

... ένα τεράστιο νέφος ιονισμένου υδρογόνου και κονιορτού (σκόνης), το οποίο λούζεται από το φως ενός γαλάζιου υπεργίγαντα, του αστέρα 9 Τοξότη. Το νεφέλωμα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze loyzw

... Lonzo steht für: Lonzo (Geiger) (eigentlich Lorenz Westphal; 1952–2001), deutscher Musiker Fred Lonzo (* 1950), US-amerikanischer Jazzmusiker ...

... Lonzo (* 29. September 1952 in Hamburg; † 13. November 2001 ebenda; bürgerlich Lorenz Westphal) war ein deutscher Musiker. Sein Spitzname war Der Teufelsgeiger ...

... Lonzo Anderson Ball (* 27. Oktober 1997 in Anaheim, Kalifornien) ist ein US-amerikanischer Basketballspieler. Ball spielte Basketball an der Chino ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΛΟΥΖΩ
I bathe
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λούζωλούζουμε, λούζομελούζομαιλουζόμαστε
λούζειςλούζετελούζεσαιλούζεστε, λουζόσαστε
λούζειλούζουν(ε)λούζεταιλούζονται
Imper
fekt
έλουζαλούζαμελουζόμουν(α)λουζόμαστε, λουζόμασταν
έλουζεςλούζατελουζόσουν(α)λουζόσαστε, λουζόσασταν
έλουζεέλουζαν, λούζαν(ε)λουζόταν(ε)λούζονταν, λουζόντανε, λουζόντουσαν
Aoristέλουσαλούσαμελούστηκαλουστήκαμε
έλουσεςλούσατελούστηκεςλουστήκατε
έλουσεέλουσαν, λούσαν(ε)λούστηκελούστηκαν, λουστήκαν(ε)
Per
fect
έχω λούσει
έχω λουσμένο
έχουμε λούσει
έχουμε λουσμένο
έχω λουστεί
είμαι λουσμένος, -η
έχουμε λουστεί
είμαστε λουσμένοι, -ες
έχεις λούσει
έχεις λουσμένο
έχετε λούσει
έχετε λουσμένο
έχεις λουστεί
είσαι λουσμένος, -η
έχετε λουστεί
είστε λουσμένοι, -ες
έχει λούσει
έχει λουσμένο
έχουν λούσει
έχουν λουσμένο
έχει λουστεί
είναι λουσμένος, -η, -ο
έχουν λουστεί
είναι λουσμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα λούσει
είχα λουσμένο
είχαμε λούσει
είχαμε λουσμένο
είχα λουστεί
ήμουν λουσμένος, -η
είχαμε λουστεί
ήμαστε λουσμένοι, -ες
είχες λούσει
είχες λουσμένο
είχατε λούσει
είχατε λουσμένο
είχες λουστεί
ήσουν λουσμένος, -η
είχατε λουστεί
ήσαστε λουσμένοι, -ες
είχε λούσει
είχε λουσμένο
είχαν λούσει
είχαν λουσμένο
είχε λουστεί
ήταν λουσμένος, -η, -ο
είχαν λουστεί
ήταν λουσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λούζωθα λούζουμε, θα λούζομεθα λούζομαιθα λουζόμαστε
θα λούζειςθα λούζετεθα λούζεσαιθα λούζεστε, θα λουζόσαστε
θα λούζειθα λούζουν(ε)θα λούζεταιθα λούζονται
Fut
ur
θα λούσωθα λούσουμε, θα λούζομεθα λουστώθα λουστούμε
θα λούσειςθα λούσετεθα λουστείςθα λουστείτε
θα λούσειθα λούσουν(ε)θα λουστείθα λουστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λούσει
θα έχω λουσμένο
θα έχουμε λούσει
θα έχουμε λουσμένο
θα έχω λουστεί
θα είμαι λουσμένος, -η
θα έχουμε λουστεί
θα είμαστε λουσμένοι, -ες
θα έχεις λούσει
θα έχεις λουσμένο
θα έχετε λούσει
θα έχετε λουσμένο
θα έχεις λουστεί
θα είσαι λουσμένος, -η
θα έχετε λουστεί
θα είστε λουσμένοι, -ες
θα έχει λούσει
θα έχει λουσμένο
θα έχουν λούσει
θα έχουν λουσμένο
θα έχει λουστεί
θα είναι λουσμένος, -η, -ο
θα έχουν λουστεί
θα είναι λουσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λούζωνα λούζουμε, να λούζομενα λούζομαινα λουζόμαστε
να λούζειςνα λούζετενα λούζεσαινα λούζεστε, να λουζόσαστε
να λούζεινα λούζουν(ε)να λούζεταινα λούζονται
Aoristνα λούσωνα λούσουμε, να λούσομενα λουστώνα λουστούμε
να λούσειςνα λούσετενα λουστείςνα λουστείτε
να λούσεινα λούσουν(ε)να λουστείνα λουστούν(ε)
Perfνα έχω λούσει
να έχω λουσμένο
να έχουμε λούσει
να έχουμε λουσμένο
να έχω λουστεί
να είμαι λουσμένος, -η
να έχουμε λουστεί
να είμαστε λουσμένοι, -ες
να έχεις λούσει
να έχεις λουσμένο
να έχετε λούσει
να έχετε λουσμένο
να έχεις λουστεί
να είσαι λουσμένος, -η
να έχετε λουστεί
να είστε λουσμένοι, -ες
να έχει λούσει
να έχει λουσμένο
να έχουν λούσει
να έχουν λουσμένο
να έχει λουστεί
να είναι λουσμένος, -η, -ο
να έχουν λουστεί
να είναι λουσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presλούζελούζετελούζεστε
Aoristλούσελούστελούσουλουστείτε
Part
izip
Presλούζονταςλουζόμενος
Perfέχοντας λούσει, έχοντας λουσμένολουσμένος, -η, -ολουσμένοι, -ες, -α
InfinAoristλούσειλουστεί






Griechische Definition zu λούζω

λούζω [lúzo] -ομαι : 1. πλένω με νερό και σαπούνι (ή άλλο μέσο) κυρίως το κεφάλι ή όλο το σώμα, κάνω μπάνιο: Θα λουστείς ολόκληρος ή θα λούσεις μόνο το κεφάλι σου; Tα μαλλιά μου είναι λιπαρά και τα λούζω κάθε δυο μέρες. Έχει να λουστεί ένα μήνα. Bγήκε έξω λουσμένος και κρυολόγησε. || Λούστηκε στα καθαρά νερά της λίμνης / του ποταμού, μπήκε και κολύμπησε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λούζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15