κοσμώ  Verb  [kosmo, kosmw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu κοσμώ

κοσμώ altgriechisch κοσμῶ


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu κοσμώ

  • ομορφαίνω
  • διακοσμώ

Ähnliche Bedeutung wie κοσμώ

Ähnliche Wörter zu κοσμώ

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu κοσμώ

Noch keine deutschen Synonyme




Griechische Definition zu κοσμώ

κοσμώ [kozmó] -ούμαι : 1. (λόγ.) στολίζω: H πόλη μας κοσμείται από λαμπρά κτίρια. Aγάλματα κοσμούν την πρόσοψη του κτιρίου. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback