κερνώ  Verb  [kerno, kernw]

Ähnliche Bedeutung wie κερνώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κερνώ

... Ο Ρόμπερτ Τζέιμς Κερν (αγγλικά: Robert James Kern, 29 Μαρτίου 1885 - 30 Μαΐου 1972) ήταν Αμερικανός μοντέρ. Περισσότερο γνωστός είναι για τη δουλειά του ...

... Ο κέρνος ήταν αρχαίο ελληνικό αγγείο που χρησιμοποιούταν στα Ελευσίνια Μυστήρια για την ιεροτελεστική θυσία τροφίμων. Συνήθως αποτελείτο από το κυρίως ...

... Ο Χαλ Σ. Κερν (αγγλικά: Hal C. Kern, 14 Ιουλίου 1894 - 24 Φεβρουαρίου 1985) ήταν Αμερικανός μοντέρ. Ο Κερν έχει υπάρξει τρεις φορές υποψήφιος για Όσκαρ ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze einschenken

... Ich glaube, es wäre besser, wenn du mir reinen Wein einschenken würdest. ...

... Er bat, dass man ihm reinen Wein einschenken solle. ...

Quelle: freddy1, freddy1

Grammatik


ΚΕΡΝΩ
I offer
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κερνάω, κερνώκερνάμε, κερνούμεκερνιέμαικερνιόμαστε
κερνάςκερνάτεκερνιέσαικερνιέστε, κερνιόσαστε
κερνάει, κερνάκερνάν(ε), κερνούν(ε)κερνιέταικερνιούνται, κερνιόνται
Imper
fekt
κερνούσα, κέρναγακερνούσαμε, κερνάγαμεκερνιόμουν(α)κερνιόμαστε, κερνιόμασταν
κερνούσες, κέρναγεςκερνούσατε, κερνάγατεκερνιόσουν(α)κερνιόσαστε, κερνιόσασταν
κερνούσε, κέρναγεκερνούσαν(ε), κέρναγαν, κερνάγανεκερνιόταν(ε)κερνιόνταν(ε), κερνιούνταν, κερνιόντουσαν
Aoristκέρασακεράσαμεκεράστηκακεραστήκαμε
κέρασεςκεράσατεκεράστηκεςκεραστήκατε
κέρασεκέρασαν, κεράσαν(ε)κεράστηκεκεράστηκαν, κεραστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κεράσει
έχω κερασμένο
έχουμε κεράσει
έχουμε κερασμένο
έχω κεραστεί
είμαι κερασμένος, -η
έχουμε κεραστεί
είμαστε κερασμένοι, -ες
έχεις κεράσει
έχεις κερασμένο
έχετε κεράσει
έχετε κερασμένο
έχεις κεραστεί
είσαι κερασμένος, -η
έχετε κεραστεί
είστε κερασμένοι, -ες
έχει κεράσει
έχει κερασμένο
έχουν κεράσει
έχουν κερασμένο
έχει κεραστεί
είναι κερασμένος, -η, -ο
έχουν κεραστεί
είναι κερασμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κεράσει
είχα κερασμένο
είχαμε κεράσει
είχαμε κερασμένο
είχα κεραστεί
ήμουν κερασμένος, -η
είχαμε κεραστεί
ήμαστε κερασμένοι, -ες
είχες κεράσει
είχες κερασμένο
είχατε κεράσει
είχατε κερασμένο
είχες κεραστεί
ήσουν κερασμένος, -η
είχατε κεραστεί
ήσαστε κερασμένοι, -ες
είχε κεράσει
είχε κερασμένο
είχαν κεράσει
είχαν κερασμένο
είχε κεραστεί
ήταν κερνημενος, -η, -ο
είχαν κεραστεί
ήταν κερασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κερνάω, θα κερνώθα κερνάμε, θα κερνούμεθα κερνιέμαιθα κερνιόμαστε
θα κερνάςθα κερνάτεθα κερνιέσαιθα κερνιέστε, θα κερνιόσαστε
θα κερνάει, θα κερνάθα κερνάν(ε), θα κερνούν(ε)θα κερνιέταιθα κερνιούνται, θα κερνιόνται
Fut
ur
θα κεράσωθα κεράσουμε, θα κεράσομεθα κεραστώθα κεραστούμε
θα κεράσειςθα κεράσετεθα κεραστείςθα κεραστείτε
θα κεράσειθα κεράσουν(ε)θα κεραστείθα κεραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κεράσει
θα έχω κερασμένο
θα έχουμε κεράσει
θα έχουμε κερασμένο
θα έχω κεραστεί
θα είμαι κερασμένος, -η
θα έχουμε κεραστεί
θα είμαστε κερασμένοι, -ες
θα έχεις κεράσει
θα έχεις κερασμένο
θα έχετε κεράσει
θα έχετε κερασμένο
θα έχεις κεραστεί
θα είσαι κερασμένος, -η
θα έχετε κεραστεί
θα είστε κερνημενοι, -ες
θα έχει κεράσει
θα έχει κερασμένο
θα έχουν κεράσει
θα έχουν κερασμένο
θα έχει κεραστεί
θα είναι κερνημένος, -η, -ο
θα έχουν κεραστεί
θα είναι κερασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κερνάω, να κερνώνα κερνάμε, να κερνούμενα κερνιέμαινα κερνιόμαστε
να κερνάςνα κερνάτενα κερνιέσαινα κερνιέστε
να κερνάει, να κερνάνα κερνάν(ε), να κερνούν(ε)να κερνιέταινα κερνιούνται, να κερνιόνται
Aoristνα κεράσωνα κεράσουμε, να κεράσομενα κεραστώνα κεραστούμε
να κεράσειςνα κεράσετενα κεραστείςνα κεραστείτε
να κεράσεινα κεράσουν(ε)να κεραστείνα κεραστούν(ε)
Perfνα έχω κεράσει
να έχω κερασμένο
να έχουμε κεράσει
να έχουμε κερασμένο
να έχω κεραστεί
να είμαι κερασμένος, -η
να έχουμε κεραστεί
να είμαστε κερνημενοι, -ες
να έχεις κεράσει
να έχεις κερασμένο
να έχετε κεράσει
να έχετε κερασμένο
να έχεις κεραστεί
να είσαι κερασμένος, -η
να έχετε κεραστεί
να είστε κερασμένοι, -η
να έχει κεράσει
να έχει κερασμένο
να έχουν κεράσει
να έχουν κερασμένο
να έχει κεραστεί
να είναι κερνημένος, -η, -ο
να έχουν κεραστεί
να είναι κερασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκέρνα, κέρναγεκερνάτεκερνιέστε
Aoristκέρασε, κέρνακεράστεκεράσουκεραστείτε
Part
izip
Presκερνώντας
Perfέχοντας κεράσει, έχοντας κερασμένοκερασμένος, -η, -οκερασμένοι, -ες, -α
InfinAoristκεράσεικεραστεί










Griechische Definition zu κερνώ

κερνώ [kernó] & -άω, -ιέμαι αόρ. κέρασα, απαρέμφ. κεράσει, παθ. αόρ. κεράστηκα, απαρέμφ. κεραστεί, μππ. κερασμένος : 1. προσφέρω σε επισκέπτη ποτό ή γλύκισμα: Tι να σας κεράσω; Ήρθατε στο σπίτι μου και δε σας κέρασα! (έκφρ.) κερνάω κπ. πίκρες*. ΠAΡ Γιάννης* κερνάει και Γιάννης πίνει. || Kέρασε τους συναδέλφους για τη γέννηση του γιου του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κερνώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15