κατηγορώ  Verb  [katigoro, katiroro, kathgorw]

Ähnliche Bedeutung wie κατηγορώ


Beispielsätze κατηγορώ

... Δεν κατηγορώ κανέναν. ...

... Δεν κατηγορώ κανέναν συγκεκριμένα. ...

Quelle: musiclover, musiclover


Beispielsätze beschuldigen

... Warum beschuldigen Sie meinen Sohn? ...

... Irren ist menschlich. Jemand anderen für deine Fehler zu beschuldigen ist sogar noch menschlicher. ...

... Sie beschuldigen uns, ungerecht zu handeln. ...

Quelle: Espi, Vortarulo, al_ex_an_der

Grammatik


ΚΑΤΗΓΟΡΩ
I accuse
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κατηγορώκατηγορούμεκατηγορούμαικατηγορούμαστε
κατηγορείςκατηγορείτεκατηγορείσαικατηγορείστε
κατηγορείκατηγορούν(ε)κατηγορείταικατηγορούνται
Imper
fekt
κατηγορούσακατηγορούσαμεκατηγορούμουνκατηγορούμαστε
κατηγορούσεςκατηγορούσατε
κατηγορούσεκατηγορούσαν(ε)κατηγορούνταν, κατηγορείτοκατηγορούνταν, κατηγορούντο
Aoristκατηγόρησακατηγορήσαμεκατηγορήθηκακατηγορηθήκαμε
κατηγόρησεςκατηγορήσατεκατηγορήθηκεςκατηγορηθήκατε
κατηγόρησεκατηγόρησαν, κατηγορήσαν(ε)κατηγορήθηκεκατηγορήθηκαν, κατηγορηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κατηγορήσει
έχω κατηγορημένο
έχουμε κατηγορήσει
έχουμε κατηγορημένο
έχω κατηγορηθεί
είμαι κατηγορημένος, -η
έχουμε κατηγορηθεί
είμαστε κατηγορημένοι, -ες
έχεις κατηγορήσει
έχεις κατηγορημένο
έχετε κατηγορήσει
έχετε κατηγορημένο
έχεις κατηγορηθεί
είσαι κατηγορημένος, -η
έχετε κατηγορηθεί
είστε κατηγορημένοι, -ες
έχει κατηγορήσει
έχει κατηγορημένο
έχουν κατηγορήσει
έχουν κατηγορημένο
έχει κατηγορηθεί
είναι κατηγορημένος, -η, -ο
έχουν κατηγορηθεί
είναι κατηγορημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα κατηγορήσει
είχα κατηγορημένο
είχαμε κατηγορήσει
είχαμε κατηγορημένο
είχα κατηγορηθεί
ήμουν κατηγορημένος, -η
είχαμε κατηγορηθεί
ήμαστε κατηγορημένοι, -ες
είχες κατηγορήσει
είχες κατηγορημένο
είχατε κατηγορήσει
είχατε κατηγορημένο
είχες κατηγορηθεί
ήσουν κατηγορημένος, -η
είχατε κατηγορηθεί
ήσαστε κατηγορημένοι, -ες
είχε κατηγορήσει
είχε κατηγορημένο
είχαν κατηγορήσει
είχαν κατηγορημένο
είχε κατηγορηθεί
ήταν κατηγορημένος, -η, -ο
είχαν κατηγορηθεί
ήταν κατηγορημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κατηγορώθα κατηγορούμεθα κατηγορούμαιθα κατηγορούμαστε
θα κατηγορείςθα κατηγορείτεθα κατηγορείσαιθα κατηγορείστε
θα κατηγορείθα κατηγορούν(ε)θα κατηγορείταιθα κατηγορούνται
Fut
ur
θα κατηγορήσωθα κατηγορήσουμεθα κατηγορηθώθα κατηγορηθούμε
θα κατηγορήσειςθα κατηγορήσετεθα κατηγορηθείςθα κατηγορηθείτε
θα κατηγορήσειθα κατηγορήσουν(ε)θα κατηγορηθείθα κατηγορηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κατηγορήσει
θα έχω κατηγορημένο
θα έχουμε κατηγορήσει
θα έχουμε κατηγορημένο
θα έχω κατηγορηθεί
θα είμαι κατηγορημένος, -η
θα έχουμε κατηγορηθεί
θα είμαστε κατηγορημένοι, -ες
θα έχεις κατηγορήσει
θα έχεις κατηγορημένο
θα έχετε κατηγορήσει
θα έχετε κατηγορημένο
θα έχεις κατηγορηθεί
θα είσαι κατηγορημένος, -η
θα έχετε κατηγορηθεί
θα είστε κατηγορημένοι, -η
θα έχει κατηγορήσει
θα έχει κατηγορημένο
θα έχουν κατηγορήσει
θα έχουν κατηγορημένο
θα έχει κατηγορηθεί
θα είναι κατηγορημένος, -η, -ο
θα έχουν κατηγορηθεί
θα είναι κατηγορημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κατηγορώνα κατηγορούμενα κατηγορούμαινα κατηγορούμαστε
να κατηγορείςνα κατηγορείτενα κατηγορείσαινα κατηγορείστε
να κατηγορείνα κατηγορούν(ε)να κατηγορείταινα κατηγορούνται
Aoristνα κατηγορήσωνα κατηγορήσουμε, να κατηγορήσομενα κατηγορηθώνα κατηγορηθούμε
να κατηγορήσειςνα κατηγορήσετενα κατηγορηθείςνα κατηγορηθείτε
να κατηγορήσεινα κατηγορήσουν(ε)να κατηγορηθείνα κατηγορηθούν(ε)
Perfνα έχω κατηγορήσει
να έχω κατηγορημένο
να έχουμε κατηγορήσει
να έχουμε κατηγορημένο
να έχω κατηγορηθεί
να είμαι κατηγορημένος, -η
να έχουμε κατηγορηθεί
να είμαστε κατηγορημένοι, -ες
να έχεις κατηγορήσει
να έχεις κατηγορημένο
να έχετε κατηγορήσει
να έχετε κατηγορημένο
να έχεις κατηγορηθεί
να είσαι κατηγορημένος, -η
να έχετε κατηγορηθεί
να είστε κατηγορημένοι, -ες
να έχει κατηγορήσει
να έχει κατηγορημένο
να έχουν κατηγορήσει
να έχουν κατηγορημένο
να έχει κατηγορηθεί
να είναι κατηγορημένος, -η, -ο
να έχουν κατηγορηθεί
να είναι κατηγορημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκατηγορείτεκατηγορείστε
Aoristκατηγόρησεκατηγορήστε, κατηγορήσετεκατηγορήσουκατηγορηθείτε
Part
izip
Presκατηγορώντας
Perfέχοντας κατηγορήσει, έχοντας κατηγορημένοκατηγορημένος, -η, -οκατηγορημένοι, -ες, -α
InfinAoristκατηγορήσεικατηγορηθεί










Griechische Definition zu κατηγορώ

κατηγορώ [katiγoró] -ούμαι μπε. κατηγορούμενος* : 1α. αποδίδω σε κπ. την ευθύνη για μια αξιόμεμπτη πράξη, για μια λανθασμένη ενέργεια ή για μια παράλειψη με δυσάρεστες συνέπειες: Tον κατηγορούν ότι αδιαφορεί για την οικογένειά του / ότι πρόδωσε τα ιδανικά του. H κυβέρνηση κατηγορείται ότι δεν ακολουθεί σωστή εξωτερική πολιτική / ότι αδιαφόρησε για τα προβλήματα της παιδείας. κατηγορώ τον εαυτό μου για την υποχωρητικότητα που έδειξα, μέμφομαι. || κακολογώ: Tου αρέσει να κατηγορεί όλο τον κόσμο. || (ως ουσ.) το κατηγορώ, κατηγορία, καταγγελία που γίνεται δημόσια ή με συγκλονιστικό τρόπο: H ομιλία του ήταν ένα κατηγορώ εναντίον των αντιπάλων μας. Tο κλάμα αυτών των παιδιών είναι το κατηγορώ εναντίον της κοινωνίας. β. (συνήθ. παθ., για δικαστική, αστυνομική ή άλλη αρχή) αποδίδω σε κπ. μια αξιόποινη πράξη: Kατηγορείται για απά τη / για κλοπή / για φόνο / για λιποταξία. Kατηγορήθηκε για συμμετοχή σε λαθρεμπόριο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κατηγορώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15