καρφώνω  Verb  [karfono, karfwnw]

Ähnliche Bedeutung wie καρφώνω


Beispielsätze καρφώνω

... καθημερινών παπουτσιών ή των παπουτσιών εργασίας. Οι ποδοσφαιριστές αρχικά απλά κάρφωναν λωρίδες από δέρμα στα παπούτσια τους για να ενισχύσουν τη λαβή τους, οδηγώντας ...

... οπλισμένοι με μια ξύλινη λόγχη με μεταλλική άκρη, την πίκα, την οποία καρφώνουν στους πολύ ισχυρούς μυς του αυχένα του ταύρου. Η πίκα μπαίνει για λίγα ...

... παίκτης ο οποίος καρφώνει και παίρνει υποδοχή στη θέση 4 όταν βρίσκεται στην επιθετική ζώνη. Όταν βρίσκεται στην αμυντική ζώνη καρφώνει,αμύνεται και παίρνει ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΑΡΦΩΝΩ
I nail
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καρφώνωκαρφώνουμε, καρφώνομεκαρφώνομαικαρφωνόμαστε
καρφώνειςκαρφώνετεκαρφώνεσαικαρφώνεστε, καρφωνόσαστε
καρφώνεικαρφώνουν(ε)καρφώνεταικαρφώνονται
Imper
fekt
κάρφωνακαρφώναμεκαρφωνόμουν(α)καρφωνόμαστε, καρφωνόμασταν
κάρφωνεςκαρφώνατεκαρφωνόσουν(α)καρφωνόσαστε, καρφωνόσασταν
κάρφωνεκάρφωναν, καρφώναν(ε)καρφωνόταν(ε)καρφώνονταν, καρφωνόντανε, καρφωνόντουσαν
Aoristκάρφωσακαρφώσαμεκαρφώθηκακαρφωθήκαμε
κάρφωσεςκαρφώσατεκαρφώθηκεςκαρφωθήκατε
κάρφωσεκάρφωσαν, καρφώσαν(ε)καρφώθηκεκαρφώθηκαν, καρφωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω καρφώσει
έχω καρφωμένο
έχουμε καρφώσει
έχουμε καρφωμένο
έχω καρφωθεί
είμαι καρφωμένος, -η
έχουμε καρφωθεί
είμαστε καρφωμένοι, -ες
έχεις καρφώσει
έχεις καρφωμένο
έχετε καρφώσει
έχετε καρφωμένο
έχεις καρφωθεί
είσαι καρφωμένος, -η
έχετε καρφωθεί
είστε καρφωμένοι, -ες
έχει καρφώσει
έχει καρφωμένο
έχουν καρφώσει
έχουν καρφωμένο
έχει καρφωθεί
είναι καρφωμένος, -η, -ο
έχουν καρφωθεί
είναι καρφωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα καρφώσει
είχα καρφωμένο
είχαμε καρφώσει
είχαμε καρφωμένο
είχα καρφωθεί
ήμουν καρφωμένος, -η
είχαμε καρφωθεί
ήμαστε καρφωμένοι, -ες
είχες καρφώσει
είχες καρφωμένο
είχατε καρφώσει
είχατε καρφωμένο
είχες καρφωθεί
ήσουν καρφωμένος, -η
είχατε καρφωθεί
ήσαστε καρφωμένοι, -ες
είχε καρφώσει
είχε καρφωμένο
είχαν καρφώσει
είχαν καρφωμένο
είχε καρφωθεί
ήταν καρφωμένος, -η, -ο
είχαν καρφωθεί
ήταν καρφωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καρφώνωθα καρφώνουμε, θα καρφώνομεθα καρφώνομαιθα καρφωνόμαστε
θα καρφώνειςθα καρφώνετεθα καρφώνεσαιθα καρφώνεστε, θα καρφωνόσαστε
θα καρφώνειθα καρφώνουν(ε)θα καρφώνεταιθα καρφώνονται
Fut
ur
θα καρφώσωθα καρφώσουμε, θα καρφώσομεθα καρφωθώθα καρφωθούμε
θα καρφώσειςθα καρφώσετεθα καρφωθείςθα καρφωθείτε
θα καρφώσειθα καρφώσουνθα καρφωθείθα καρφωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καρφώσει
θα έχω καρφωμένο
θα έχουμε καρφώσει
θα έχουμε καρφωμένο
θα έχω καρφωθεί
θα είμαι καρφωμένος, -η
θα έχουμε καρφωθεί
θα είμαστε καρφωμένοι, -ες
θα έχεις καρφώσει
θα έχεις καρφωμένο
θα έχετε καρφώσει
θα έχετε καρφωμένο
θα έχεις καρφωθεί
θα είσαι καρφωμένος, -η
θα έχετε καρφωθεί
θα είστε καρφωμένοι, -ες
θα έχει καρφώσει
θα έχει καρφωμένο
θα έχουν καρφώσει
θα έχουν καρφωμένο
θα έχει καρφωθεί
θα είναι καρφωμένος, -η, -ο
θα έχουν καρφωθεί
θα είναι καρφωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καρφώνωνα καρφώνουμε, να καρφώνομενα καρφώνομαινα καρφωνόμαστε
να καρφώνειςνα καρφώνετενα καρφώνεσαινα καρφώνεστε, να καρφωνόσαστε
να καρφώνεινα καρφώνουν(ε)να καρφώνεταινα καρφώνονται
Aoristνα καρφώσωνα καρφώσουμε, να καρφώσομενα καρφωθώνα καρφωθούμε
να καρφώσειςνα καρφώσετενα καρφωθείςνα καρφωθείτε
να καρφώσεινα καρφώσουν(ε)να καρφωθείνα καρφωθούν(ε)
Perfνα έχω καρφώσει
να έχω καρφωμένο
να έχουμε καρφώσει
να έχουμε καρφωμένο
να έχω καρφωθεί
να είμαι καρφωμένος, -η
να έχουμε καρφωθεί
να είμαστε καρφωμένοι, -ες
να έχεις καρφώσει
να έχεις καρφωμένο
να έχετε καρφώσει
να έχετε καρφωμένο
να έχεις καρφωθεί
να είσαι καρφωμένος, -η
να έχετε καρφωθεί
να είστε καρφωμένοι, -ες
να έχει καρφώσει
να έχει καρφωμένο
να έχουν καρφώσει
να έχουν καρφωμένο
να έχει καρφωθεί
να είναι καρφωμένος, -η, -ο
να έχουν καρφωθεί
να είναι καρφωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκάρφωνεκαρφώνετεκαρφώνεστε
Aoristκάρφωσεκαρφώστε, καρφώσετεκαρφώσουκαρφωθείτε
Part
izip
Presκαρφώνοντας
Perfέχοντας καρφώσει, έχοντας καρφωμένοκαρφωμένος, -η, -οκαρφωμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαρφώσεικαρφωθεί



Person Wortform
Präsens ich petze
du petzt
er, sie, es petzt
Präteritum ich petzte
Konjunktiv II ich petzte
Imperativ Singular petz!
Plural petzt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gepetzt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:petzen


















Griechische Definition zu καρφώνω

καρφώνω [karfóno] -ομαι : I1α. χτυπώ ένα καρφί και το βυθίζω σε μια ξύλινη επιφάνεια, σε έναν τοίχο κτλ. ή στερεώνω, συνδέω κτ. με καρφιά: Kάρφωσε τέσσερα καρφιά στην ντουλάπα για να στερεώσει ένα ράφι. Tα πόδια του τραπεζιού είναι γερά καρφωμένα. Kάρφωσε με μεγάλα καρφιά τα παράθυρα για να μην ανοίγουν. Aυτό το ξύλο είναι πολύ σκληρό και δεν καρφώνεται. β. βυθίζω με ορμή ένα αιχμηρό αντικείμενο σε ένα σώμα, σε μια επιφάνεια: Tου κάρφωσε το μαχαίρι στην καρδιά. H σφαίρα καρφώθηκε στην πόρτα. || Tο αεροπλάνο έγειρε προς τα κάτω και καρφώθηκε στο έδαφος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καρφώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15